Το οικόπεδο βρίσκεται στη θέση Λάγγερη, στην Πάρο. Έχει βορεινό προσανατολισμό με θέα προς τη θάλασσα.
Η κατοικία τοποθετείται, κατά μήκος, στη νότια πλευρά του οικοπέδου "εποπτεύοντας" την παραλία. Οι όγκοι παρατάσσονται προς τη θέα και δημιουργούνται αυλές προστατευμένες, καθώς και αυλές προς τη θάλασσα.
Οι αυλές διαμορφώνονται δίπλα στους χώρους διημέρευσης και σε εξάρτηση με τη φυσική κλίση του εδάφους. Οι είσοδοι βρίσκονται στη νότια πλευρά του οικοπέδου και στο υψηλότερο σημείο. Η κλειστή αυλή στη νότια πλευρά , είναι σε άμεση σχέση με το διαμορφωμένο περιβάλλον και συνδέεται άμεσα με το χώρο της κουζίνας.
Ένα δεύτερο κτιριακό συγκρότημα φιλοξενεί τους ξενώνες και συνδέεται αρχιτεκτονικά με το κυρίως κτίριο.
Η πίσω φυτεμένη αυλή δημιουργεί ένα πυρήνα σε άμεση αναφορά με τους χώρους καθημερινού και το περίκλειστο "μπλε" καθιστικό - αίθριο.
Το κτίριο δημιουργεί θεάσεις προς τη θάλασσα, διαμέσου διαμπερών ανοιγμάτων και ενοποιεί οπτικά και λειτουργικά την πίσω αυλή, την κατοικία και τις βεράντες στη βόρεια πλευρά.
Στο εσωτερικό κυριαρχούν υλικά και χρώματα, που εντείνουν τα στοιχεία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και ενισχύουν την ενοποίηση του εξωτερικού χώρου με τον εσωτερικό. Τα χρώματα και οι μαρμάρινες επενδύσεις δημιουργούν θεματικές ενότητες, που ορίζουν λειτουργίες και χώρους.
Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία ανάλογων κτισμάτων της κυκλαδικής αρχιτεκτονικής, υλοποιήθηκε μία κατοικία που προσαρμόζεται στο άνυδρο τοπίο, με σκοπό το μικρότερο αποτύπωμα της επέμβασης στο περιβάλλον, καθώς βρίσκεται κοντά στην προστατευόμενη περιοχή της Λάγγερης.
Η κατοικία αναπτύσσεται κατά τα παραδοσιακά πρότυπα των "κατοικιών" με περίκλειστες αυλές με διαμπερείς οπτικές στο κόλπο. Έχει δοθεί μεγάλη έμφαση αρχιτεκτονικά, στην " πέμπτη" όψη, με στόχο να αξιοποιηθεί η ιδιαίτερη γεωμορφολογία της περιοχής ώστε τα κτίσματα να εναρμονιστούν και ν' αφομοιωθούν στο φυσικό περιβάλλον.
Η αρχιτεκτονική του τοπίου ενσωματώνεται στο έργο καλύπτοντας το μεγαλύτερο τμήμα του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου με βλάστηση, αφήνοντας ανέπαφο σημαντικό κομμάτι του οικοπέδου που διατηρεί την αρχική του μορφή.
Η κατοικία προσπαθεί να "ριζώσει" στο τοπίο προσαρμόζοντας όλα της τα αρχιτεκτονικά και λειτουργικά στοιχεία ανάλογα. Το κτίριο περιβάλλεται με ενδημική βλάστηση, οι όγκοι διασπώνται , η κολυμβητική δεξαμενή προσομοιάζει σε στέρνα νερού. Έντονα αρχιτεκτονικά στοιχεία ενσωματώνονται στο εσωτερικό του κτιρίου και λειτουργίες ακουμπούν στο κατώφλι των χώρων ακροβατώντας πότε εντός και πότε εκτός. ΟΙ θεάσεις εντείνονται προς τη θάλασσα και το κτίριο λειτουργεί σαν μηχανή παρατήρησης , αντίστοιχα η δομή και η διάταξη του κτιρίου αφήνει τη δυνατότητα να γίνει το ίδιο αντικείμενο παρατήρησης , αν και προφυλαγμένο, από τα γύρω σημεία.
Ο μετασχηματισμός των μορφολογικών στοιχείων της κυκλαδικής αρχιτεκτονικής με στόχο τη δημιουργία μιας μοντέρνας αρχιτεκτονικής γλώσσας αποτελεί, μαζί με την ένταξη στο φυσικό τοπίο, την κατευθυντήρια αρχή σχεδιασμού.

 

 

Η κατοικία "Αυλάκια" βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ρεματιές, σε ένα τοπίο με ιδιαίτερη βλάστηση, στο κυκλαδίτικο νησί της Αντιπάρου. Η τοποθεσία έχει δυτικό προσανατολισμό, ενώ παράλληλα εκτίθεται στους ισχυρότερους ανέμους του Βορρά. Έχει θέα 180° προς το αρχιπέλαγος του Αιγαίου και τα γειτονικά νησιά της Σίφνου και της Σερίφου.
Η μορφή της κατοικίας προσδιορίζεται από την πρόθεσή των μελετητών να διατηρήσουν την άμεση τοπογραφία και το ευρύτερο τοπίο του κυκλαδίτικου αρχιπελάγους. Οι αποφάσεις περί της αποκάλυψης ή μη χώρων (και κατ’ επέκταση όγκων) είναι μια πράξη εξισορρόπησης μεταξύ της ανθρώπινης εμπειρίας και της περιβαλλοντικής και πολιτιστικής βιωσιμότητας. Η κατοικία αποτελεί το υβρίδιο ενός κτιρίου και ενός κατασκευασμένου τοπίου, ενός χωματουργικού έργου.
Η επέμβαση αναδύεται από το τοπίο με τη μορφή ενός αναλημματικού πέτρινου τοίχου. Ένας λευκός όγκος με μνημειώδη παρουσία εδράζεται επάνω του. Η μνημειακότητα αυτή επιτυγχάνεται με μια σειρά μορφολογικών χειρισμών (κλίσεις, κλίμακα, αναλογίες, συμμετρία, επανάληψη ανοιγμάτων), που λαμβάνουν υπόψη τον προσανατολισμό της τοποθεσίας και μετατρέπουν ένα λευκό κύβο σε ένα γλυπτικό κτίριο, έναν σύγχρονο κυκλαδίτικο ναό. Ο "ναός" και ένας οργανικά διαμορφωμένος τοίχος αντιστήριξης, που ακολουθεί το ανάγλυφο, φιλοξενούν τους δημόσιους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους της κατοικίας. Οι υπόσκαφοι πέτρινοι όγκοι φιλοξενούν τα υπνοδωμάτια και αναπτύσσονται γύρω από μια αυλή, ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν προς τη θέα. Το αμφιθέατρο επιτελεί ένα μοναδικό σκοπό, να αφουγκραστεί κανείς το τοπίο. Ο υπόσκαφος ξενώνας παίρνει τη μορφή ενός αναλημματικού πέτρινου τοίχου.
Η επέμβαση εμπνέεται από την τοπική οικοδομική παράδοση και οργανώνει τους χώρους σε νέες σύγχρονες μορφές. Έμφαση δίνεται έτσι ώστε η αρχιτεκτονική να συνδέεται με την τοπική οικονομία. Η προμήθεια τοπικών υλικών, η συνεργασία με τοπικά συνεργεία και η αναζωογόνηση παραδοσιακών τεχνικών (ρητή χρήση τοπικών πετρωμάτων και ελληνικών μαρμάρων, δάπεδα από μωσαϊκό και παραδοσιακό κονίαμα) συμβάλλουν στην πολιτιστική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα του τοπίου. Η φυσική σκίαση, ο διαμπερής αερισμός, η αποφυγή θερμικών γεφυρών και η μεγιστοποίηση της ηλιακής ενέργειας για νερό και θέρμανση μειώνουν επίσης τη συνολική κατανάλωση ενέργειας. Τα φυτεμένα δώματα και οι αυλές απαλλάσσουν τους χώρους από την ανάγκη για ισχυρά συστήματα ψύξης.

 

 

 

Ένα απλό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ως περίγραμμα χωρίς διασπάσεις, ενταγμένο στον μανιάτικο ελαιώνα. Οι κινήσεις τοποθετούνται στο διαμήκη άξονα, με τις βασικές βεράντες να βρίσκονται ως απολήξεις στα δύο άκρα της κατοικίας. Η στέγη, ένα κεκλιμένο επίπεδο παράλληλο με την κλίση του εδάφους, εδράζεται στα μεταλλικά και πέτρινα στοιχεία της βάσης του. Η κατασκευή της στέγης είναι ξύλινη, με ασφαλτικά κεραμίδια ώστε το πάχος της να ύψος της να παραμείνει χαμηλό.
Η κατοικία αναπτύσσεται καθ’ ύψος σε δύο επίπεδα, διαφοροποιημένα τόσο αρχιτεκτονικά, όσο και ως προς τον τρόπο κατασκευής τους. Το πρώτο επίπεδο, συμπαγές, βρίσκεται εντός της γης στο μεγαλύτερο του μέρος ,είναι πέτρινο και λειτουργεί ως βάση για το πάνω επίπεδο το οποίο είναι κατά κύριο λόγο μεταλλικό, με μεγάλα ανοίγματα προς της θέα.
Το κάτω επίπεδο στεγάζει 2 υπνοδωμάτια με τα λουτρά τους, χώρο τηλεόρασης, sauna και βοηθητικές χρήσεις. Στο δεύτερο επίπεδο τοποθετείται η είσοδος και στεγάζονται οι βασικές λειτουργίες της κατοικίας. Ο χώρος του καθιστικού και της τραπεζαρίας είναι ενιαίος, σε οπτική επαφή με την κουζίνα και την εξωτερική βεράντα. Στο τέλος του καθιστικού, τοποθετείται το τζάκι ως οπτικό διαχωριστικό προς τη στεγασμένη βεράντα, που αποτελεί συνέχεια του.
Ο μεταλλικός σκελετός συνεχίζεται και στους εξωτερικούς χώρους της κατοικίας, δημιουργώντας πέργκολες σκίασης με ξύλινη πλήρωση.
Η κουζίνα σε μικρή ανισοσταθμία προς τον υπόλοιπο χώρο, με χωρίσματα από βιομηχανικού τύπου υαλοπετάσματα , ορίζεται ως νησίδα εντός του καθημερινού. Επίσης σε ανισοσταθμία, μία γυάλινη γέφυρα τοποθετημένη πάνω από το κενό του κλιμακοστασίου οδηγεί προς το κυρίως υπνοδωμάτιο του ζεύγους των ιδιοκτητών.
Ο νοτιοδυτικός προσανατολισμός του κτιρίου, κάνει τη σκίαση του απαραίτητη ειδικά τις απογευματινές ώρες. Κατά μήκος της κύριας όψης του κτιρίου, συρόμενα ξύλινα σκιάδια αναρτημένα από μεταλλικούς οδηγούς, ανάγονται σε βασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, μεταβάλλοντας την όψη του κτιρίου ανάλογα με τις συνθήκες ηλιασμού.
Για τα δάπεδα, επιλέχθηκε επεξεργασμένο μάρμαρο στο χρώμα της πέτρας για τους κυρίως χώρους μέσα και έξω. Στην κουζίνα εφαρμόστηκε πατητή τσιμεντοκονία και στα υπνοδωμάτια ξύλινο παρκέ ψαροκόκαλο. Τμήματα του δρόμου έγιναν από βιομηχανικού τύπου μπετόν και οι υπόλοιπες επιφάνειες με παλαιωμένο κυβόλιθο στο χρώμα της ώχρας.
Συνδυασμός τοπικής χλωρίδας και τροπικών φυτών, όπως οι μπανανιές που ευδοκιμούν και στη Νότια Ελλάδα, χαρακτηρίζει τον πλούσιο κήπο της κατοικίας. Στο νοτιοδυτικό άκρο του, τοποθετείται κτιστή πέργκολα - καθιστικό ο οποίος δημιουργεί έναν πιο απομονωμένο ιδιωτικό χώρο (beach house), μακριά από το σπίτι για τους χρήστες της πισίνας.
Στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο βρίσκεται μικρό εκκλησάκι, το οποίο διατηρήθηκε και επενδύθηκε με την τοπική πέτρα. Ένα καλντερίμι, διαπερνάει τον κήπο - ελαιώνα του περιβάλλοντα χώρου, συνδέοντας τις διαφορετικές λειτουργίες και καταλήγει στο parking εισόδου, προσφέροντας μια ρομαντική διαδρομή μέσα από την ιδιοκτησία.

 

 

To τοπίο της Σαλαμίνας, η γεωγραφία και η ιδιαίτερη οικιστική ανάπτυξη του νησιού, αποτέλεσαν την αφετηρία του σχεδιασμού αυτής της μικρής εξοχικής κατοικίας στο Αιάντειο.
Στο μικρό και επίπεδο οικόπεδο της οδού Ιάσονος τα μόνα αξιοσημείωτα στοιχεία είναι μια μεγάλη ελιά και ένα παλιό πηγάδι. Η έλλειψη εξωτερικών σημείων αναφοράς αλλά και η απροσδιοριστία του γύρω οικισμού, του ορίου του δρόμου και του οικοπέδου στρέφουν την κατοικία προς τα μέσα. Η εσωστρέφεια αγκυρώνει το σπίτι γύρω από την ελιά και το πηγάδι, δημιουργώντας αυλές που αξιοποιούν το μικρόκλιμα και οριοθετούν την ύπαιθρο από μέσα.
Εξωτερικά οι συμπαγείς τοίχοι δίνουν την εντύπωση μιας μονολιθικής κατασκευής, που όμως μέσα της κρύβει μια μεγάλη κεντρική αυλή. Μία στενή πύλη οδηγεί από το δρόμο στο εσωτερικό της και μία δεύτερη, τοποθετημένη αντιδιαμετρικά, οδηγεί στον πίσω κήπο με τη μικρή πισίνα. Μέσα στην αυλή τέσσερα ζεύγη συρόμενων υαλοστασίων μοιράζουν το χώρο στα τέσσερα: δύο κλειστά και δύο υπαίθρια δωμάτια στεγάζουν τους κύριους χώρους διημέρευσης και αφήνουν μία μικρότερη αυλή εισόδου και μία μεγαλύτερη με την υπάρχουσα ελιά. Καθώς τα υαλοστάσια μετακινούνται η εξωτερική σταθερότητα του μονολιθικού κτίσματος ανατρέπεται και η ισορροπία μεταξύ κλειστού και υπαίθριου αλλάζει. Όταν μαζί με τα υαλοστάσια ανοίξουν και οι δύο εξωτερικές πύλες δημιουργείται ένας διαμπερής υπαίθριος χώρος που διατρέχει το σπίτι χωρίζοντας το στα δύο.
Γύρω από την κεντρική αυλή οι τέσσερις τοίχοι φέρουν όλη την απαραίτητη οικοσκευή στις εσοχές της κουζίνας και του καθιστικού. Τα υπόλοιπα ιδιωτικά δωμάτια της κατοικίας είναι ενσωματωμένα σαν κοιλότητες μέσα στους τοίχους, όπου δευτερεύοντες αυλές αφήνουν το φως και τον αέρα να διεισδύσει. Στο εσωτερικό της αυλής μια ελαφριά μεταλλική κατασκευή λειτουργεί αντιστικτικά με τους παχείς τοίχους και ενισχύει τον αμφίσημο χαρακτήρα της κατοικίας: οχυρωμένη ή διαμπερής, συμπαγής ή διάφανη, μονολιθική ή ελαφριά. Περικυκλωμένος από τη συμβατική κατασκευή από μπετόν και πλήρωση από τούβλα, ο μεταλλικός φορέας φαίνεται παράταιρος στη στεριά, θυμίζοντας περισσότερο τον τρόπο κτισίματος των καραβιών στο κοντινό ναυπηγείο. Βαμμένος με μίνιο καραβίσιο και σε τόνους της σκουριάς αποτελεί φόρο τιμής στην ναυτική ιστορία του νησιού, στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, στα μικρά φέρρυ που συνδέουν τη Σαλαμίνα με τη στεριά. Σαν ένα κατάστρωμα στη μέση του ελαιώνα, όταν κανείς ανέβει την κτιστή μέσα στον τοίχο σκάλα, μπορεί να αγναντέψει τις στέγες των γύρω σπιτιών, τους ορεινούς όγκους και τη θάλασσα πέρα από τον ελαιώνα.

 

Από τη σπειροειδή σκάλα της δεκαετίας του ’50, ένα κατακόρυφο γυάλινο παράθυρο προσφέρει μοναδική θέα προς το φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
Φωτογραφία: Γιώργος Σφακιανάκης

Η αντίθεση λείων και αδρών επιφανειών αναδεικνύει τα γεωμετρικά στοιχεία στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου Mykonos Earth Suites, με τις αψίδες να παραπέμπουν στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική των Κυκλάδων.
Φωτογραφία: Χρήστος Δράζος

Περιμετρικά κουφώματα επιτρέπουν την πανοραμική θέα και τον άπλετο φυσικό φωτισμό των δωματίων στο ξενοδοχείο Marbella Elix στο Καραβοστάσι Θεσπρωτίας.
Φωτογραφία: Heinz Troll

Η θέα προς τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα αποτελούν βασικό στόχο σχεδιασμόυ στο ξενοδοχείο στη Μήλο.
Φωτογραφία: Γιώργος Μεσσαριτάκης

Διαχωριστικά από κρύσταλλο επιτρέπουν τον άπλετο φυσικό φωτισμό του μπάνιου των δωματίων στο ξενοδοχείο στη Μήλο.
Φωτογραφία: Γιώργος Μεσσαριτάκης

H κτιστή κουζίνα συνδυάζεται με το εμφανές σκυρόδεμα και το βιομηχανικό δάπεδο, ενώ τα φυσικά υλικά συναντώνται και στο εσωτερικό της κατοικίας.
Φωτογραφίες: Γιώργος Κορδάκης, Παύλος Λάζος

 

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.