Στο πολυσύχναστο κέντρο της Αθήνας, επί της οδού Αγαθουπόλεως, το διαμέρισμα του 6ου ορόφου μίας τυπικής πολυκατοικίας του ‘60 μετασχηματίζεται σε ένα σύγχρονο ρετιρέ.
Η πρόταση διαμόρφωσης περιλαμβάνει την αναδιοργάνωση της κάτοψης με στόχο τη μέγιστη αξιοποίηση του χώρου, τη βελτιστοποίηση της κυκλοφορίας και την αξιοποίηση των θεάσεων. Άλλωστε, η σύνδεση με το αστικό περιβάλλον είναι η βασική αφετηρία του σχεδιασμού: ο συγκερασμός του ‘μέσα’ με το ‘έξω’, η μετουσίωση της πολυπλοκότητας του αστικού ιστού στο εσωτερικό της κατοικίας, ο συνδυασμός ποικίλων μορφών, υφών, υλικών και χρωμάτων σε ένα αρμονικό, ενιαίο σύνολο.
Παράλληλα, στόχος είναι η ανάδειξη των υφιστάμενων στοιχείων, που φέρουν διαφορετικές χρονικές και στυλιστικές αναφορές. Οι οροφές από εμφανές σκυρόδεμα, τα ξύλινα δάπεδα, οι μαρμάρινοι νεροχύτες, οι καμπύλες λεπτομέρειες – ενσωματώνονται στη σύγχρονη επέμβαση.
Μία μίξη διαφορετικών δεκαετιών, τάσεων, αισθήσεων μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο η διαφορετικότητα επικρατεί. Ένας συνδυασμός περίπλοκος, μα συνάμα απέριττος.

Το πρωταρχικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής πρότασης είναι ο ιδιωτικός κατακόρυφος κήπος, ο οποίος αποδομεί την έννοια του ορίου και δημιουργεί ένα παιχνίδι ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο. Τα συρματόσχοινα του κελύφους επιτρέπουν στα φυτά να αναπτύσσονται τόσο κατακόρυφα όσο και οριζόντια, δημιουργώντας μια πράσινη πρόσοψη. Τα παρτέρια αναπτύσσονται σε όλα τα επίπεδα του κτιρίου και φιλοξενούν ποικιλία φυτών, κατάλληλων για καλλιέργεια στις περιβαλλοντικές συνθήκες της Κύπρου.
Ο κατακόρυφος κήπος ωφελεί τους χρήστες και το ίδιο το κτίριο, σκιάζοντας τους εσωτερικούς χώρους και μειώνοντας την κατανάλωση ενέργειας. Ως μέρος του αστικού ιστού, το κτίριο βελτιώνει αισθητικά την εικόνα της γειτονιάς, εμπλουτίζει τον χώρο με αρώματα και προσελκύει την τοπική άγρια ζωή.

Φωτογραφίες: Creative Photo Room

Οι ειδικά σχεδιασμένες μονάδες έκθεσης εμπορευμάτων είναι κινητές, καθιστώντας δυνατή την προσαρμογή της χωροθέτησής τους σύμφωνα με τις συνθήκες φωτός και προσφέροντας ευελιξία για τη δημιουργία διαφορετικών διατάξεων.
Οι ειδικές κατασκευές αποτελούνται από ξύλινα πλαίσια, μέσα στα οποία τοποθετούνται ακρυλικά χωρίσματα που διαθλούν το φως, δημιουργώντας ένα απαλό και φυσικό αποτέλεσμα.
Φωτογραφίες: SFAP

Το "ERGON Agora East" βρίσκεται επί της λεωφόρου Γεωργικής Σχολής, λίγο έξω από την πόλη της Θεσσαλονίκης, και χρησιμοποιεί εκ νέου ένα παλιό βιομηχανικό κέλυφος του 1970, μεγέθους 2.500 m2.
Επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της υπεραγοράς, το "ERGON Agora East" οργανώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαίνουν ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές δραστηριότητες. Η υπεραγορά προσφέρει μία εκτεταμένη ποικιλία προϊόντων φρέσκων, ψυγείων και ραφιού, κάβα, καφεκοπτείο και συνυπάρχει με το εστιατόριο, το φούρνο και το ζαχαροπλαστείο. Το ιδιαίτερο στοιχείο του περιβάλλοντα χώρου συνολικής έκτασης 6.000 m2, που φτάνει μέχρι τη θάλασσα δίνει την ευκαιρία της επέκτασης της εμπειρίας εξωτερικά, με ένα νέου τύπου λαχανόκηπο σε παρτέρια, όπου ανάμεσα σε άλλα διαθέτει καντίνες φαγητού, beach bar, χώρο για παιδικές δραστηριότητες και θερινό σινεμά, με σκοπό να δημιουργείται ένας νέος τόπος συνάντησης.
Το υφιστάμενο κτίριο είναι επίμηκες, με εμφανή βιομηχανικά στοιχεία, όπως το εμφανές μεταλλικό χωροδικτύωμα της δίρριχτης στέγης, οι τσιμεντόλιθοι και το δάπεδο μωσαϊκού.
Καθοριστική για τη σημερινή εικόνα του κτιρίου ήταν η απόφαση της ανάδειξης της ηλικίας, δηλαδή του δομικού του χαρακτήρα και της φθοράς που έχει επιφέρει σ’ αυτόν ο χρόνος. Έτσι, αφαιρέθηκαν όλες οι μεταγενέστερες προσθήκες σε δάπεδα, οροφές και τοίχους. Πιο συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε η επίστρωση εποξειδικής βαφής που είχε τοποθετηθεί για την προηγούμενη χρήση του χώρου και αποκαλύφθηκε το μωσαϊκό, που αποτέλεσε το αρχικό δάπεδο του χώρου. Οι όποιες φθορές είχε το μωσαϊκό καλύφθηκαν με τσιμεντοειδές. Αφαιρέθηκαν οι ελαφρές κατασκευές, που είχαν τοποθετηθεί στην οροφή για να κρύβουν εγκαταστάσεις φωτισμού, εξαερισμού και κλιματισμού και αποκαλύφθηκε το εντυπωσιακό μεταλλικό χωροδικτύωμα. Μέρος της οροφής διανοίχτηκε, τοποθετήθηκαν διαφωτιστικά πετάσματα και η δίρριχτη στέγη μονώθηκε εκ νέου. Τέλος, από τις τοιχοποιίες αφαιρέθηκαν όλα τα επιπρόσθετα επιχρίσματα και αποκαλύφθηκε η τοιχοποιία από τούβλα και τσιμεντόλιθους, η οποία καθαρίστηκε και αποκαταστάθηκε σε σημεία ώστε να διατηρηθεί εμφανής.
Με τη διάνοιξη της νοτιοδυτικής όψης και του φεγγίτη σε όλο το μήκος της οροφής, η οποία φτάνει τα 70 μέτρα, το κτίριο διευρύνεται νοητά και ενοποιείται με το περιβάλλον του. Οι διαμπερείς όψεις, συνδέουν οργανικά το εσωτερικό με το εξωτερικό, δημιουργώντας την αίσθηση μιας ανοιχτής αγοράς. Ο εσωτερικός χώρος αλλάζει συνεχώς, αφού ενσωματώνει τα χρώματα του φυσικού φωτός, προσφέροντας κάθε στιγμή μια ξεχωριστή χωρική εμπειρία.
Το εστιατόριο αναπτύσσεται στη νοτιοδυτική πλευρά του κτιρίου προς τη θάλασσα σε μια νοητή πλατεία, την οποία δημιουργούν η ανοιχτή κουζίνα, ο φούρνος, το δωμάτιο του private chefing και η κεντρική ενιαία νησίδα του bar-roastery. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το εστιατόριο χωρίς να χάνει την επαφή του με την υπεραγορά, σε έναν βαθμό αυτονομείται και στρέφεται προς τη θέα της δύσης, καθορίζοντας στη συνέχεια και τον άξονα ανάπτυξης όλου του περιβάλλοντα χώρου.

 

Το έργο βρίσκεται στην προστατευόμενη περιοχή πολιτιστικής κληρονομιάς του East Redfern, στο Σίδνεϊ και αποτελεί τη μετατροπή μιας πρώην αποθήκης σε κατοικία. Η διώροφη αποθήκη από τούβλα αρχικά είχε μετατραπεί τη δεκαετία του ‘90 σε γκαλερί τέχνης και χώρο γραφείων, με ένα διαμέρισμα κατοικιών στο πίσω μέρος. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε διαφημιστικό γραφείο, ώσπου οι νέοι ιδιοκτήτες αποφάσισαν τη μετατροπή του χώρου στη νέα τους κατοικία. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διατήρηση του βιομηχανικού design και αισθητικής κατά τη μετατροπή. Ο χώρος επέστρεψε στην αρχική του κατάσταση, με τα μεγάλα ξύλινα ζευκτά, το πιο σημαντικό στοιχείο, μαζί με τους αρχικούς τοίχους από τούβλα και αφαιρέθηκαν όσο το δυνατόν περισσότερο από τα πολλά στρώματα χρώματος, που είχαν συσσωρευτεί με τα χρόνια. Το πάνω επίπεδο χωρίζεται με μια αυστηρή ευθυγράμμιση με τα υπάρχοντα ζευκτά, ενώ στο βόρειο άκρο του χώρου έχει αφαιρεθεί η οροφή για να σχηματιστεί μια μεγάλη βεράντα, συνεχίζοντας από τον κύριο χώρο διαβίωσης. Τα υπνοδωμάτια βρίσκονται σε όλη τη νότια όψη του κτιρίου με χώρους εξυπηρέτησης και μελέτης, παράλληλα με τη σκάλα κατά μήκος της δυτικής όψης. Οι χώροι αερίζονται φυσικά μέσω γυάλινων περσίδων στην εσωτερική αυλή, ενώ μεγάλες συρόμενες πόρτες έχουν τοποθετηθεί στη βόρεια όψη του καθιστικού. Όλα τα υαλοστάσια βορειοδυτικά σκιάζονται με εξωτερικές ρυθμιζόμενες περσίδες και τοποθετούνται ανεμιστήρες οροφής σε όλους τους χώρους. Η θέρμανση το χειμώνα γίνεται με καλοριφέρ και ενδοδαπέδια θέρμανση στα μπάνια. Υπάρχει μια μεγάλη σειρά από ηλιακούς συλλέκτες στην οροφή για ζεστό νερό και εγκατάσταση για μελλοντική παροχή αποθήκευσης μπαταριών και σημείο φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων στο γκαράζ. Όλοι οι κύριοι χώροι έχουν τοποθετηθεί στο πάνω επίπεδο, ουσιαστικά σαμ μονοώροφη κατοικία, ενώ οι βοηθητικοί χώροι βρίσκονται στο κάτω επίπεδο. Μεγάλοι υπαίθριοι χώροι αναψυχής ξεχύνονται από τον κύριος χώρο του καθιστικού, επιτρέποντας το φυσικό φως και τον φυσικό αερισμό. Το έργο έχει ως αρχές σχεδιασμού τις έννοιες της διατήρησης, της ανακύκλωσης και της ενίσχυσης της αρχικής μορφής της αποθήκης, με ταυτόχρονη εισαγωγή μιας σειράς εκλεπτυσμένων και σύγχρονων νέων στοιχείων, που έρχονται μεν σε αντίθεση, αλλά συμπληρώνουν και το πρωτότυπο.

 

Στο δυτικό άκρο της Κρήτης, στην περιοχή Φαλάσαρνα Κισσάμου, το ξενοδοχειακό συγκρότημα «Nomas» αναπτύσσεται σε τρεις ισόγειους κτιριακούς όγκους. Τα δύο συγκροτήματα τοποθετούνται συνευθειακά, στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, ενώ ο τρίτος κτιριακός όγκος τοποθετείται στο δυτικό τμήμα του γηπέδου, απέχοντας κατ’ελάχιστο 25 μέτρα από τους δύο ανατολικούς κτιριακούς όγκους. Η τοποθέτηση του τρίτου κτιριακού όγκου στο κάτω δυτικό άκρο του οικοπέδου επελέγη ώστε οι υπόλοιποι κτιριακοί όγκοι να μπορούν να έχουν ανεμπόδιστη θέα προς τη θάλασσα. Η επιλογή της ανάπτυξης του συγκροτήματος σε ισόγειο επίπεδο έγινε προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας της περιοχής, επιπλέον, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η θέα προς τη θάλασσα στα γειτονικά κτίσματα.
Συνολικά, το κτιριακό συγκρότημα απαρτίζεται από: δίκλινα και τετράκλινα δωμάτια, βίλα, δωμάτια προσωπικού, χώρο υποδοχής, χώρο εστίασης, αποθηκευτικούς, βοηθητικούς και κοινόχρηστους χώρους. Κάθε κτιριακός όγκος αποτελείται από τρεις επιμήκεις ζώνες. Ανατολικά, η ‘πίσω’ αυλή με θέα στο βουνό, δυτικά οι γραμμικές κολυμβητικές δεξαμενές με απεριόριστη θέα στο πέλαγος, ενώ στην ενδιάμεση ζώνη οι κτιριακοί όγκοι διακόπτονται από διαμπερείς, ημι-υπαίθριους χώρους που φιλοξενούν τις κοινόχρηστες λειτουργίες κάθε διαμερίσματος. Μέσω των μεγάλων υαλοστασίων, επιτρέπεται η αξιοποίηση των θεάσεων ανατολικά και δυτικά, διαμορφώνοντας μία αδιάσπαστη οπτική συνέχεια μεταξύ βουνού και θάλασσας.
Η πρόσβαση στο ξενοδοχειακό συγκρότημα επιτυγχάνεται από τη νότια πλευρά του οικοπέδου, ενώ η κυρίως πρόσβαση στα δωμάτια επιτυγχάνεται μέσω του χώρου της υποδοχής (reception). Ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί στις διαδρομές από πατημένο χώμα ανάμεσα στα φυτεμένα τμήματα, ενώ περιμετρικά του οικοπέδου υπάρχει διαδρομή η οποία εξυπηρετεί την κίνηση ηλεκτρικών αυτοκινήτων και ταυτόχρονα λειτουργεί επικουρικά για την τροφοδοσία των δωματίων. Το σύνολο του σχεδιασμού ακολουθεί τα προτυπα προσβασιμότητας και φιλοξενίας, όπως ορίζονται βάση των οδηγιών σχεδιασμού ‘Σχεδιάζοντας για όλους’.
Μορφολογικά, έχει διατηρηθεί μία κοινή αισθητική προσέγγιση για το σύνολο του σχεδιασμού. Σε επίπεδο κάτοψης, η επίλυση περιλαμβάνει τη χρήση καμπύλων στοιχείων προκειμένου να μειωθεί το μήκος του εκάστοτε συγκροτήματος και να αυξηθούν οι μεταξύ τους αποστάσεις. Τις καμπύλες διαδέχονται τα τριγωνικά στοιχεία, τα οποία παρ’όλο που αποτελούν συνέχεια του κτιριακού όγκου, ταυτόχρονα, λειτουργούν ως διαχωριστικά τοιχεία για τις κολυμβητικές δεξαμενές. Οι κολυμβητικές δεξαμενές διαφοροποιούνται ογκοπλαστικά από το υπόλοιπο συγκρότημα, παράλληλα όμως, ακολουθούν κοινή σχεδιαστική γραφή. Η εκτόνωση των δωματίων επιτυγχάνεται μέσω των πίσω αυλών από την ανατολική πλευρά και μέσω των υπαίθριων χώρων από τη δυτική πλευρά.
Η δυτική όψη χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα και καθαρότητα σε ογκοπλαστικό επίπεδο. Διατηρείται ένας ρυθμός στην αναλογία συμπαγών, υπαίθριων και ημι-υπαίθριων χώρων, παράλληλα, έχει επιτευχθεί ομοιομορφία στα ανοίγματα. Η ανατολική όψη φέρει, επίσης, λιτές γραμμές που συνδυάζονται με κυβιστικά στοιχεία και ποικιλία υλικών. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη σχέση μεταξύ ανοιχτών, κλειστών, υπαίθριων και ημι-υπαίθριων χώρων, καθώς και στη συνεχή μεταξύ τους σύνδεση. Τα διαμπερή ανοίγματα σε κάθε δωμάτιο επιτρέπουν την ταυτόχρονη θέαση θάλασσας και βουνού, ενώ παράλληλα επιτυγχάνεται φυσικός αερισμός και φωτισμός. Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού αποτελεί η διατήρηση της ανθρώπινης κλίμακας, ο αρμονικός συνδυασμός των υλικών και η μετάφραση της παραδοσιακής Ελληνικής αρχιτεκτονικής μέσα από μία σύγχρονη οπτική. Οι συχνές αναφορές στην παράδοση συναντώνται στις λιτές, καθαρές γραμμές, στη γραμμικότητα των ογκοπλασιών, στο ρυθμό των ανοιγμάτων, στις εσοχές και εξοχές, στα διάτρητα στοιχεία, στη χρωματική παλέτα, στα υλικά, στις υφές, και κυρίως στον τρόπο διαχείρισης της μετάβασης από τους κλειστούς στους ανοιχτούς χώρους. Οι ημι-υπαίθριοι χώροι αποτελούν κύριο στοιχείο της παρούσας μελέτης, έχοντας λάβει υπ’όψιν ότι ο σχεδιασμός αφορά σε καλοκαιρινό θέρετρο, σε μία περιοχή με υψηλές θερμοκρασίες και δυνατούς ανέμους.
Σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι έμφαση στην ειλικρίνεια των υλικών μέσω της διαμόρφωσης της φέρουσας κατασκευής από σκυρόδεμα και πέτρα. Τα κυρίως υλικά που συναντώνται στην παρούσα πρόταση είναι οπλισμένο σκυρόδεμα, λιθοδομή από ντόπιες πέτρες, φυσικά επιχρίσματα όπου απαιτείται, μασίφ ξύλο, συμπαγή πέτρινα στοιχεία, μάρμαρο και οξειδωμένο μετάλλο (cor-ten). Για τη διατήρηση της εντοπιότητας, οι λιθοδομές των τοίχων και της περίφραξης γίνονται από πέτρες της ευρύτερης περιοχής, η χρωματική παλέτα των υλικών, των μεταλλικών στοιχείων και της απόχρωσης του νερού της κολυμβητικής δεξαμενής προσεγγίζουν τη χρωματική παλέτα που συναντάται στο τοπίο. Τέλος, εξαιρετικής σημασίας είναι η διατήρηση μίας ήπιας διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου με σεβασμό στη διατήρηση και ενίσχυση του υπάρχοντος οικοσυστήματος. Η φύτευση του περιβάλλοντος χώρου, έπειτα από γεωπονική μελέτη περιλαμβάνει ενδημικά φυτά της Κρήτης, ενώ στις τοπιακές διαμορφώσεις συναντάται πατημένο κοκκινόχωμα της περιοχής.
Κύριος στόχος της παρούσας μελέτης είναι ο σεβασμός του υφιστάμενου περιβάλλοντος, η διατήρηση μίας λιτής συνθετικής ‘γλώσσας’, η ομαλή ένταξη στο παρθένο κρητικό τοπίο, η ανεμπόδιστη θέα σε βουνό και θάλασσα – τελικά, η διαμόρφωση της απόλυτης θερινής εμπειρίας.

Concept και ένταξη στο περιβάλλον
Η κατοικία οργανώνεται σε σχήμα Π γύρω από ένα κεντρικό αίθριο. Ο διάλογος με το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους καθώς και με τις οπτικές θεάσεις του πανταχόθεν ελεύθερου οικοπέδου αποτέλεσαν κύρια σημεία του σχεδιασμού. Η είσοδος του επισκέπτη πραγματοποιείται από το ψηλότερο σημείο του αιθρίου από όπου και οι κινήσεις διαμοιράζονται προς τις τρεις ζώνες οργάνωσης της κατοικίας- το κύριο υπνοδωμάτιο, τους ξενώνες και το χώρο διημέρευσης -και την πισίνα. Το αίθριο παρακολουθεί το επικλινές ανάγλυφο και καθώς υποβαθμίζεται σταδιακά μέσα από μια διαδρομή αναβαθμών και υπαίθριων καθιστικών οδηγεί τον επισκέπτη προς τη θέα. Το τελικό του επίπεδο αποτελεί σε συνδυασμό με το διαμπερές καθιστικό ένα διευρυμένο στεγασμένο εξώστη προς τη θάλασσα. Η διαφανής στέγη αυτού αποτελεί την πισίνα-παρατηρητήριο. Το αίθριο αποτελεί ζωτικό χώρο διαβίωσης της κατοικίας και το ίδιο συμβαίνει με το βατό δώμα-πισίνα. Τα υπνοδωμάτια διατηρούν την ιδιωτικότητά τους ενώ παράλληλα αναφέρονται στην καρδιά του συνόλου-το αίθριο και στη θέα της θάλασσας. Η διαμόρφωση της τομής δημιουργεί μια εσωτερική μικροκλίμακα χώρων και κινήσεων συνιστώντας μια διαδρομή που μπορεί να παρακάμψει τους κλειστούς χώρους και να καταλήξει εκτός του οικοπέδου πλευρικά του όγκου των καθημερινών δραστηριοτήτων. Η μορφολογία του συγκροτήματος εκφράζει τη λειτουργία των εκάστοτε χώρων που στεγάζει ενώ οι επιλεγμένες αδρές υλικότητες συνδιαλέγονται άμεσα με τον τόπο του νησιού. Οι επί μέρους όγκοι αγκαλιάζονται από μια δυναμικού καμπύλου σχήματος ενοποιητική εξωτερική επιδερμίδα που συγκρατεί το σύνολο και διαμορφώνει ένα χαρακτηριστικά οξύ, ωστόσο σιωπηλό λεξιλόγιο παρέμβασης στο φυσικό τοπίο.

Η αιθριακή οργάνωση
Ο επισκέπτης εισέρχεται στην κατοικία, αφότου κατέβει μερικά σκαλοπάτια και ανοίξει τη θύρα εισόδου. Αυτή ακολουθεί σε μορφολογία και υλικότητα την εξωτερική επιδερμίδα του κτίσματος με αποτέλεσμα να «καμουφλάρεται» προκειμένου να μη διαταράσσει την αισθητική ισορροπία του συνόλου. Ο/Η κάτοικος βρίσκεται πλέον εντός του εσωτερικού αιθρίου όπου και του/της αποκαλύπτεται το σύνολο της οργάνωσης της οικίας. Το αίθριο λειτουργεί ως «πανοπτικό» κινήσεων και βλεμμάτων ενώ παράλληλα οργανώνει την υπαίθρια ζωή της κατοικίας μέσω αναβαθμών-καθισμάτων και ενός χτιστού καθιστικού. Ο επιμερισμός του σε επίπεδα και η κατάτμησή του σε γωνιές, παρτέρια και στοιχεία νερού δημιουργεί μια εσωτερική -φιλική προς τον επισκέπτη- κλίμακα που έρχεται να μιμηθεί τα νησιώτικα σοκάκια και τις πεζούλες και να προσφέρει ενδιαφέρον και αφορμές παραμονής του σε αυτό. Η υπαίθρια διαβίωση αποκτά ισόποση αξία με την κλειστή.

Η δεξαμενή νερού - Παρατηρητήριο
Η πισίνα της κατοικίας σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αποτελεί οπτική συνέχεια του υδάτινου στοιχείου της θάλασσας και ταυτόχρονα παρατηρητήριο-“belvedere”. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της τοποθέτησής της στη δεξαμενή-υποδοχέα που διαμορφώνεται στην οροφή του όγκου του χώρου διημέρευσης. Με αυτόν τον τρόπο, η οπτική συνέχεια- ενοποίησή της με τη θάλασσα γίνεται άμεσα αντιληπτή από το υψηλότερο επίπεδο εισόδου του αιθρίου. Το επίπεδο όρασης του επισκέπτη «διαβάζει» τη δεξαμενή νερού της πισίνας ως ένα με τη θάλασσα. Η μετάβαση προς αυτή πραγματοποιείται από το επίπεδο εισόδου όπου και μια σκάλα οδηγεί στο δώμα των ξενωνών-υπνοδωματίων και στη συνέχεια αυτό συνδέεται με την επιμήκη δεξαμενή νερού.

Οι χώροι ύπνου
Η σταδιακή και ροϊκή μετάβαση στο δεύτερο και τρίτο επίπεδο του αιθρίου σημαίνει ταυτόχρονα τη δυνατότητα εισόδου στα υπνοδωμάτια-ξενώνες και στο κύριο master bedroom αντίστοιχα. Κάθε λειτουργία στεγάζεται από μια διαφορετική ογκοπλασία. Κύριο στοιχείο αμφότερων των όγκων που φιλοξενούν τα υπνοδωμάτια αποτελεί η καμπυλότητα. Η οροφή των ξενωνών, προβάλει ως πρόβολος με ημικυκλική κάτοψη προς το αίθριο προκειμένου να επιτύχει δύο αποτελέσματα:
• Να επεκτείνει την επιφάνεια οροφής των ξενωνών που λειτουργεί ως καθιστικό της πισίνας-
• Η επέκταση αυτή μέσω της καμπύλης προβάλει λιγότερο επιθετικά προς το αίθριο και ταυτόχρονα εμπλουτίζει το λεξιλόγιο νησιωτικών μορφών που έχουν επιλεγεί ως αισθητική κατεύθυνση της λύσης
Η είσοδος στους ξενώνες πραγματοποιείται μέσω της διπλής διάτρησης ενός τοίχου που διαμορφώνεται από κλώστρα και φύτευση και αποτελεί και στοιχείο του νυχτερινού φωτισμού του αιθρίου. Ο κάθε ξενώνας αποτελεί μια αυτοτελή ενότητα κατοίκησης. Η οροφή των ξενώνων υποχωρεί σε σχέση με τον περιμετρικό καμπύλο εξωτερικό τοίχο διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο έναν ενιαίο φωταγωγό που διατρέχει αμφότερα τα υπνοδωμάτια. Η επιλογή αυτή οδηγεί στην αύξηση της διέλευσης του φυσικού φωτός, στην οπτική επαφή με το στοιχείο του ουρανού και τελικά στην αποκόλληση του όγκου των ξενώνων από το περιμετρικό τοιχείο έτσι ώστε αυτός να διαβάζεται ως αυτοτελές συνθετικό στοιχείο της λύσης.
Η είσοδος στο master bedroom πραγματοποιείται από το τρίτο επίπεδο του αιθρίου και μέσω της «διάτρησης» του τοιχίου που διαχωρίζει και απομονώνει τις ιδιωτικές λειτουργίες του master bedroom από την κοινόχρηστη ζωή της κατοικίας. Ο ρόλος του τοίχου από ανεπίχριστο οπλισμένο σκυρόδεμα είναι διττός: αποτελεί στοιχείο πάνω στο οποίο «τερματίζουν» οι διαφορετικές μορφολογίες των όγκων του χώρου διημέρευσης και υπνοδωματίου ενώ ταυτόχρονα φιλτράρει κινήσεις και βλέμματα από το αίθριο και το σαλόνι προς το υπνοδωμάτιο. Ο διαχωριστικός του ρόλος αποτυπώνεται στη μορφολογία και στη στιβαρότητα που αποπνέει. Τόσο οι ξενώνες όσο και το κύριο υπνοδωμάτιο εκτονώνονται σε ιδιωτικούς αίθριους χώρους που αναφέρονται στη θέα της θάλασσας. Η καμπυλότητα των εξωτερικών τοίχων που περικλείουν τα υπνοδωμάτια διαμορφώνεται έτσι ώστε να τονίζεται το «άνοιγμα» και η αναφορά του συγκροτήματος προς τη θάλασσα.

Το καθιστικό και το παιχνίδι του μέσα με το έξω
Το καθιστικό σχεδιάστηκε ως ένας επιμήκης χώρος με τη μακρά του διάσταση να εκτυλίσσεται παράλληλα ως προς τη θέα της θάλασσας. Η απόλυτη διαφάνεια που εξασφαλίζουν οι συρόμενοι υαλοπίνακες που διατρέχουν τις μακριές όψεις του καθιστικού επιτρέπει στο βλέμμα του επισκέπτη να «διαπερνά» ανεμπόδιστο από το ψηλότερο σημείο του αιθρίου και μέχρι τη θάλασσα. Ο χώρος διημέρευσης μετατρέπεται σε ένα κάδρο-υπόστεγο με σημείο αναφοράς τον αιγιαλό και το υδάτινο στοιχείο. Ο διαχωρισμός του σε δύο επίπεδα, που αντιστοιχούν στο καθιστικό και το χώρο κουζίνας, εξασφαλίζει τη σύνδεση του δεύτερου με τη στάθμη φυσικού εδάφους στο ΝΑ τμήμα του οικοπέδου. Η διάφανη οροφή του χώρου διημέρευσης, που αποτελεί ταυτόχρονα και τον πυθμένα της άνωθεν πισίνας, συντελεί στην οπτική σύνδεση των δύο στοιχείων καθώς και στην απόδοση μιας σουρεαλιστικής ατμόσφαιρας στο χώρο αυτό. Η «υδάτινη» οροφή χαρίζει έναν ιδιαίτερο φυσικό φωτισμό που ποτέ δεν είναι σταθερός στη διάρκεια της μέρας, η θέαση των σωμάτων που κολυμπούν προσφέρει μια θεατρικότητα και μια ροϊκότητα σε έναν χώρο που αποσκοπεί με κάθε τρόπο να προωθήσει την ενοποίηση του μέσα με το έξω.

 

Το διαμέρισμα βρίσκεται στο παραλιακό μέτωπο Θεσσαλονίκης, σε ένα διατηρητέο κτίριο του 1930 και προσφέρει εκπληκτική θέα στην θάλασσα. Στόχος του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και του interior design ήταν η δημιουργία χώρων που θα συνδυάζουν την κλασική κομψότητα με τον σύγχρονο σχεδιασμό προσφέροντας άνετη και πολυτελή διαβίωση στους ιδιοκτήτες. Προκειμένου να ικανοποιηθεί το νέο σενάριο κατοίκησης, το studio Nonpareil με την αρχιτεκτονική υπογραφή της Εύης Βερβελίδου, προχώρησε σε ολική ανακαίνιση του διαμερίσματος με πλήρη ανασχεδιασμό των χώρων.
Το διαμέρισμα αναπτύσσεται σε 130 m2 και διαθέτει σαλόνι, κουζίνα με αποθήκη, κοινόχρηστο μπάνιο, master υπνοδωμάτιο με βεστιάριο και ιδιωτικό μπάνιο, γραφείο και δωμάτιο μπιλιάρδου. Κατά την είσοδο στο διαμέρισμα, οι επισκέπτες μεταφέρονται σε ένα δωμάτιο μπιλιάρδου το οποίο περιβάλλεται από περίτεχνη βιβλιοθήκη, έτοιμο να φιλοξενήσει βραδιές παιχνιδιού. Η κουζίνα, παρακείμενη στο σαλόνι και στο δωμάτιο του μπιλιάρδου αποτελεί την "καρδιά" του σπιτιού. Μια μεγάλη νησίδα από δρυ με μαρμάρινο πάγκο, λακαριστά μπεζ ντουλάπια και ένα μεγάλο άνοιγμα που επιτρέπει να στο φυσικό φως να πλημμυρίσει τον χώρο συνθέτουν το κατάλληλο σκηνικό για γαστρονομικές απολαύσεις. Το σαλόνι «ανοίγεται» στην πόλη και την θάλασσα, καθώς το μεγάλο γωνιακό άνοιγμα καθιστούν τα όρια του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου δυσδιάκριτα. Ένας υπερμεγέθης καναπές δημιουργεί μια "ζεστή και άκρως φιλόξενη ατμόσφαιρα για χαλάρωση. Το master υπνοδωμάτιο είναι ένα ήσυχο καταφύγιο. Ένα μεγάλο king-size κρεβάτι βρίσκεται στο κέντρο του δωματίου, ντυμένο με λευκά λινά και μεταξωτά υφάσματα. Το ιδιωτικό μπάνιο με την ελεύθερη μπανιέρα να δεσπόζει στον χώρο, είναι προσβάσιμο μέσω του βεστιαρίου, που προσφέρει άφθονο αποθηκευτικό χώρο.
Τα περισσότερα έπιπλα σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν για το συγκεκριμένο έργο. Ξύλινα δάπεδα, μαρμάρινες επιφάνειες, ξύλινα κουφώματα, χειροποίητα πλακάκια, τεχνοτροπία στους τοίχους, γύψινα στις οροφές, ξύλινες επενδύσεις συνδυάζονται με απεριόριστη πιστή στη σημασία της κατασκευαστικής λεπτομέρειας. Το αποτέλεσμα, ένας χώρος ταυτόχρονα διαχρονικός και σύγχρονος, με μια αίσθηση κλασικής κομψότητας.

 

Η όψη διαμορφώνεται με κατακόρυφα ανοίγματα, τα οποία εναλλάσσονται με πρισματικά πλήρη με μεταλλική υποκατασκευή και εξωτερική θερμομόνωση, σε ένα κτίριο γραφείων πιστοποιημένο κατά BREEAM για το σχεδιασμό και την κατασκευή του.

Το υφιστάμενο διώροφο κτίριο γραφείων, με εσωτερικό εξώστη και υπόγειο, χρονολογείται από το 1978 και χαρακτηρίζεται από την τοποθεσία του, το οριζόντιο ανάπτυγμά του και τη συμμετρία. Ως εύληπτο και περίοπτο αντικείμενο από την Αττική Οδό, αντιμετωπίζεται ως ένας όγκος με δυναμική. Τα πρισματικά πλήρη στοιχεία της όψης εναλλάσσονται με τα ανοίγματα με μια αναλογία σχεδόν ίση, σε μια αντιπαράθεση, που δημιουργεί ένα ενιαίο γλυπτικό σύνολο. Στον όγκο, παρατίθενται ταινίες LED καθώς και λεπτές περσίδες που λειτουργούν ως κατακόρυφα στοιχεία ενοποίησης και εντείνουν την αίσθηση της δυναμικής στο κτίριο, δημιουργώντας μια παιγνιώδη όψη σκιάς και φωτός. Ο εξωτερικός φωτισμός αποτελεί και αυτός στοιχείο της όψης και αντιμετωπίζεται με καθολικές συνθετικές χειρονομίες.
Επιπρόσθετα, τα ανοίγματα αναπτύσσονται στο μέγιστο θεμιτό ύψος και μήκος, αφήνοντας τη θέα απρόσκοπτη, παρέχοντας συγχρόνως την ευελιξία για μετέπειτα διαμερισματοποίηση του εσωτερικού χώρου. Οι εσωτερικές διαρρυθμίσεις ακολουθούν την ογκοπλασία της όψης. Οι εναλλαγές της ψευδοροφής, από γυψοσανίδα σε ορυκτή ίνα, παράγουν διαφορετικές ενότητες, που ενοποιούνται μέσω πρισμάτων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα προοπτική στον επιμήκη εσωτερικό χώρο. Η εγκατάσταση υπερυψωμένου δαπέδου παρέχει τη δυνατότητα της μεταβολής σε ό,τι αφορά τις θέσεις εργασίας.
Το υφιστάμενο, χαμηλού ύψους στέγαστρο, στο χώρο της εισόδου καταργείται και επανασχεδιάζεται ως ένα επιβλητικό στοιχείο της όψης με διπλό ύψος και κατακόρυφες υψίκορμες μεταλλικές λεπτομέρειες. Το στέγαστρο αντιμετωπίζεται ως μία μεγάλη κατακόρυφη χειρονομία που σηματοδοτεί την υποδοχή του επισκέπτη στο κτίριο, ενώ ολοκληρώνει την αίσθηση της συνέπειας και διαδοχής των διακριτών μοναδιαίων στοιχείων της όψης.

Η κατασκευή της όψης
Η κατασκευή των στοιχείων της όψης αποτελείται από μεταλλική υποκατασκευή κοιλοδοκών 60 × 60 × 3 (mm), τα οποία πακτώνονται στο σκελετό του κτιρίου, επενδύονται με ινοσανίδα, εξωτερική θερμομόνωση 10 cm και έχουν τελική επίστρωση χρωματιστού επιχρίσματος. Υπάρχουν διαφορετικές τυπολογίες της μεταλλικής υποκατασκευής, καθώς διαφοροποιούνται σε τριγωνικά και ορθογώνια πρίσματα, ανάλογα με το σχεδιασμό της όψης. Οι διατομές της μεταλλικής υποκατασκευής ηλεκτροκολλήθηκαν επί τόπου. Η εγγραφή των περασιών της όψης έγινε μέσω της εύρεσης των στατικών αξόνων ως σημεία αναφοράς και χάραξης των θέσεων με ράματα. Οι διατομές που συνορεύουν με ανοίγματα τοποθετήθηκαν σε απόσταση 12 cm, καθώς θα γινόταν πλήρωση με ινοσανίδα και κόλλα-πλέγμα, συνολικού πάχους 1,5 cm, εξωτερική θερμομόνωση 10 cm και αφρό πολυουρεθάνης χαμηλής διόγκωσης πάχους 0,5 cm. Ο ρόλος της μεταλλικής υποκατασκευής είναι διττός: αφενός για να αποδοθεί η ογκοπλασία και αφετέρου για να αντιμετωπιστεί το σημαντικό ζήτημα των ανεμοπιέσεων στο νέο κέλυφος.
Το πλάτος της κατασκευής κυμαίνεται από 30 cm εώς 1 m. Αυτή η διακύμανση οφείλεται στο γεγονός ότι το υφιστάμενο κτίριο είχε κατασκευαστεί με διακοσμητικά στοιχεία στην όψη με τη μορφή ψεύτικων δοκαριών, όπως επίσης και όγκους που εξείχαν αποσπασματικά από το κτίριο. Η κατασκευή της όψης "επιδιορθώνει" το αποσπασματικό και αναδεικνύει το "ενιαίο". Η αποξήλωση των μη φερόντων τμημάτων στις όψεις έγινε μέσω της μελέτης στατικής επάρκειας, η οποία ανέδειξε προβληματικά σημεία σε φέροντα δομικά στοιχεία, τα οποία ενισχύθηκαν με μανδύα.
Λόγω της εγγύτητας του κτιρίου με την Αττική Οδό, υπήρξε απαραίτητη η ακουστική μελέτη για το μετριασμό του υψηλού περιβαλλοντικού θορύβου. Τα ειδικά μέτρα ηχοπροστασίας αφορούσαν στην επιπλέον εσωτερική επένδυση με ορυκτοβάμβακα, διπλή γυψοσανίδα και επιπλέον τρίτη γυψοσανίδα στο δυτικό τμήμα του κτιρίου, που έχει τη μεγαλύτερη ηχητική επιβάρυνση. Επίσης γίνεται ηχομονωτική ενίσχυση της υάλωσης με τη χρήση διπλών ηχομονωτικών κρυστάλλων 12 mm (8+4) τρίπλεξ, προς εξωτερικό περιβάλλον, 18 mm κενού και 10 mm (5+5) τρίπλεξ προς εσωτερικό περιβάλλον.

Στοιχεία βιωσιμότητας
Το κτίριο είναι πιστοποιημένο κατά το πρότυπο BREEAM με βαθμολογία "Good", μια διαδικασία που πραγματοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του σχεδιασμού και της κατασκευής, μέσω της διεπιστημονικής συνεργασίας μεταξύ αρχιτεκτόνων, μηχανικών και υπεύθυνων πιστοποίησης.
Τα κριτήρια που καταγράφονται αφορούν στην οργάνωση του εργοταξίου, σε τομείς που περιλαμβάνουν την ασφάλεια, τη διαχείριση αποβλήτων και την τήρηση χρονοδιαγράμματος. Σημαντικό τομέα της πιστοποίησης αποτελεί η ευεξία των χρηστών του κτιρίου, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της διασφάλισης φυσικού αερισμού, μετριασμού ηλιακής ακτινοβολίας και άμεσης θέας προς εξωτερικό χώρο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της παρεμβολής υψίκορμων ανακλινόμενων παραθύρων ανάμεσα στα μεγάλα σταθερά ανοίγματα. Σημαντική είναι επίσης η χρήση πιστοποιημένων μη τοξικών υλικών στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο. Ο σχεδιασμός του κτιρίου, όπως και η επιλογή των υλικών πληρούν τα ανωτέρω κριτήρια.
Στο πνεύμα της βιωσιμότητας πιστοποιείται η ανθεκτικότητα των υλικών και η ευελιξία σε μελλοντικές μεταβολές. Η όψη αποτελείται από διαφορετικές στρώσεις, οι οποίες αποτελούν προσθήκη στο κτίριο και παρέχουν τη δυνατότητα αλλαγών στο μέλλον. Η εξωτερική θερμονόνωση και η ινοσανίδα τηρούν τις προδιαγραφές για ανθεκτικότητα και εύκολη αντικατάσταση.
Περαιτέρω, πιστοποιείται ότι τα μηχανολογικά συστήματα του κτιρίου και η κατασκευή της όψης συμβάλλουν στην χαμηλή ενεργειακή κατανάλωση. Η χρήση της εξωτερικής θερμομόνωσης στην όψη διασφαλίζει το κέλυφος από θερμικές απώλειες, ενώ η ογκοπλασία της παρέχει επαρκή σκιασμό για μείωση του ηλιακού φορτίου.
Στα πλαίσια της οικολογίας, αναδείχθηκε και ενισχύθηκε το υφιστάμενο οικοσύστημα. Διατηρήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της υπάρχουσας φύτευσης, ούτως ώστε να μη διαταραχθούν φωλιές πτηνών, όπως επίσης ορίστηκαν νέες ζώνες φύτευσης με ξηροθερμικά φυτά, τα οποία εντάσσονται στο τοπίο κι έχουν λίγες απαιτήσεις σε άρδευση.
Ειδική μελέτη ηχορύπανσης ανέδειξε τα σημεία του κτιρίου με την πιο έντονη επιβάρυνση και στα οποία δόθηκαν ειδικές προδιαγραφές ηχομονωτικής ενίσχυσης υαλοστασίων και πλήρωσης των τοίχων. Τέλος διασφαλίστηκε μέσω ειδικής μελέτης φωτισμού, ότι ο εξωτερικός φωτισμός της όψης και του περιβάλλοντος χώρου είναι διακριτικός και δεν προκαλεί φωτορύπανση.

 

Το ιστορικό Xenia Mykonos, χαρακτηριστικό έργο του τολμηρού μεταμοντέρνου αρχιτέκτονα του Ε.Ο.Τ., Άρη Κωνσταντινίδη, χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και αποτέλεσε πόλο έλξης πολλών διασημοτήτων. Για την ολική επαναφορά αυτού του ζωντανού μύθου επιστρατεύτηκε η ομάδα της Vois Architects, σε συνεργασία με τον σχεδιαστή Cosmoanima και με απόλυτο σεβασμό στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική των Κυκλάδων. Πρόκειται για το πιο πρόσφατο απόκτημα της αλυσίδας Louis Hotels, σε συνεργασία με την εταιρεία διαχείρισης
ξενοδοχείων Trésor Hospitality. Διατηρώντας στον πυρήνα του την αρχική σύλληψη του αρχιτέκτονα, το νέο "Mykonos Τheoxenia" απέχει από τους σχεδιαστικούς απόηχους του κλασικού στιλ, ενσωματώνοντας αντ’ αυτού απλές, αφαιρετικές και καθαρές γραμμές, που συνάδουν και με την κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική.
Το πρώτο ξενοδοχείο πέντε αστέρων στο νησί των ανέμων, γεννήθηκε από την ίδια πέτρα που περιβάλλει τα θαλάσσια τείχη του, σε μία απαράμιλλη καταπράσινη τοποθεσία στην άκρη της πόλης, που αποτελεί προστατευόμενη πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO, λίγα μόλις βήματα από τους επιβλητικούς ανεμόμυλους. Το ξενοδοχείο διαθέτει 74 κομψά, πλήρως εξοπλισμένα δωμάτια με ειδικά σχεδιασμένα έπιπλα και αυστηρά επιλεγμένα διακοσμητικά στοιχεία, καθώς και 4 σουίτες με ιδιωτική πισίνα και βεράντα. Τα μονοπάτια μέσα από τους αρωματικούς κήπους οδηγούν στα εστιατόρια, στα μπαρ και στην πισίνα.

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.