Στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου “Dolce Attica Riviera” στην Αττική, ενσωματώθηκαν δρύινες επενδύσεις στον κεντρικό τοίχο του χώρου αναμονής, με γεωμετρικά μοτίβα. Ο τρισδιάστατος χαρακτήρας τους προσφέρει ενδιαφέρουσες φωτοσκιάσεις, ενώ ταυτόχρονα τα ενσωματώνει δυναμικά στο χώρο, ως στοιχείο επίπλωσης. Φωτογραφίες: Studio VD / Vavdinoudis – Dimitriou.

KTIRIO Schema4 Architects 01

Στο πλαίσιο επέκτασης εργοστασίου στην Αττική, ο εξωτερικός φωτισμός εντάσσεται δυναμικά στο σχεδιασμό του περιβάλλοντα χώρου, υπογραμμίζοντας τις διαμορφώσεις αλλά και τη ροή των διαδρομών στους υπαίθριους χώρους. Φωτογραφίες: Βασίλης Μακρής.

KTIRIO FOTISMOS

Η οροφή, στοεστιατόριο του γηπέδου "Γεώργιος Καραϊσκάκης", μοιάζει να κινείται, ακριβώς όπως τα κύματα της θάλασσας. Το τρισδιάστατο αποτέλεσμα, απόρροια παραμετρικού σχεδιασμού και ηλεκτρονικών μοντέλων, κατασκευάστηκε από τη συναρμογή σε προκαθορισμένες θέσεις, λαμιναρισμένων, ξύλινων στοιχείων ινοσανίδων μέσης πυκνότητας (MDF). Φωτογραφία: Studio Paterakis.

Σε εξοχική κατοικία στην Πάρο, ο σχεδιασμός της κουζίνας διαμορφώνεται ως μία ογκοπλαστική σύνθεση κύβων, οι οποίοι μοιάζουν να αιωρούνται. Η εναλλαγή στα υλικά εντείνει αυτήν την αίσθηση, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα ένα μινιμαλιστικό αισθητικό αποτέλεσμα. Φωτογραφίες: Γιώργης Γερόλυμπος.

KTIRIO bka HOUSES yerolymbos 01

Η αξιοποίηση της αβαθούς γεωθερμίας για τη θέρμανση και ψύξη των κτιρίων χαρακτηρίζεται από τους υψηλότερους βαθμούς απόδοσης σε σχέση με τα λοιπά εναλλακτικά συστήματα αντλιών θερμότητας. Η άντληση θερμότητας κατά τη θέρμανση από το έδαφος και αντίστοιχα η απόρριψη αυτής κατά την ψύξη στο έδαφος πραγματοποιείται μέσω κατακόρυφου ή/και οριζόντιου γεωεναλλάκτη. Το σύστημα σχεδιάζεται με τερματικές μονάδες ανεμιστήρα - στοιχείου (fan-coil) ή με συνδυασμό ενδοδαπέδιας θέρμανσης και τερματικών μονάδων ανεμιστήρα - στοιχείου. Εναλλακτική δυνατότητα σχεδιασμού αποτελεί η παραγωγή και χρήση θερμού / ψυχρού αέρα για την κάλυψη των θερμικών και ψυκτικών αναγκών της κατοικίας, με τον αέρα να παράγεται απευθείας από την αντλία θερμότητας και να τροφοδοτεί το κτίριο με τη βοήθεια δικτύου αεραγωγών.
Εκτός από την παραγωγή θερμότητας και ψύξης το σύστημα συχνά σχεδιάζεται και για την κάλυψη των αναγκών ζεστού νερού χρήσης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Η πυρασφάλεια αποτελεί πρωταρχική απαίτηση κατά το σχεδιασμό μιας τουριστικής μονάδας. Η λήψη αναγκαίων μέτρων και η εγκατάσταση των κατάλληλων μέσων πυροπροστασίας βοηθούν στην έγκαιρη ανίχνευση της φωτιάς και πολύ συχνά στην εξουδετέρωσή της.

Πρόκειται για, απλής κατασκευής, ισόγεια αγροτική αποθήκη εμβαδού 115 m², η οποία είναι κτισμένη τη δεκαετία 1930 - 1940 στον οικισμό Κάτω Λεχώνια Πηλίου και χρησίμευε ως αποθήκη. Η ιδέα της αξιοποίησης ήταν απότοκος της οικονομικής κρίσης και της διάθεσης των ιδιοκτητών για συχνές διεξόδους στη φύση.
Σημαντικό στοιχείο, που καθόρισε τη βασική φιλοσοφία και τις συνθετικές και κατασκευαστικές επιλογές, ήταν αρχικά το να μη χάσει το κτίσμα τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του, εξυπηρετώντας παράλληλα τις ανάγκες της οικογένειας με σημερινούς όρους υγιεινής, λειτουργικότητας και ασφάλειας, αλλά και το πολύ περιορισμένο κοστολόγιο.
Ο ενιαίος χώρος χωρίσθηκε σε δύο διακριτές λειτουργικές ζώνες: τη ζώνη υποδοχής, καθιστικού, τζακιού, τραπεζαρίας και κουζίνας στο ΒΑ τμήμα, στην οποία η ξύλινη στέγη παρέμεινε εμφανής, και η ιδιωτική ζώνη των δύο υπνοδωματίων και του WC στο ΝΑ τμήμα του κτιρίου, στον οποίο κατασκευάσθηκε ψευδοροφή από ξηρά δόμηση.
Τα ξύλινα κουφώματα είναι νέας τεχνολογίας (διπλά τζάμια, κρυφές διατομές αλουμινίου και λάστιχα) για καλύτερη θερμομόνωση και αεροστεγανότητα και βάφτηκαν με ματ ριπολίνη στο χρώμα του φυλλώματος της ελιάς. Όπου ήταν εφικτό ανοίχτηκαν νέα ανοίγματα για επαρκή φυσικό φωτισμό και διαμπερή εξαερισμό εξυπηρετώντας κατά το δυνατόν τη βιοκλιματική λογική του σχεδιασμού.
Στη στέγη διατηρήθηκαν και συντηρήθηκαν τα υπάρχοντα ξύλινα ζευκτά και ανακατασκευάσθηκε η επικάλυψη με νέα κεραμίδια, διαπνέουσα μεμβράνη για υγρομόνωση και θερμομόνωση πάχους 10 cm. Προηγουμένως κατασκευάσθηκε κρυφό σεναζοδοκάρι από οπλισμένο σκυρόδεμα επίστεψης όλων των περιμετρικών πέτρινων τοίχων, διατηρώντας την -κατά το παραδοσιακό σύστημα της επεξοχής- υπάρχουσα από πλάκες Πηλίου γρηπίδα.
Οι πέτρινοι περιμετρικοί φέροντες τοίχοι πάχους 60 cm, μετά τη συντήρηση των αρμών, επιχρίσθηκαν με ισχυρό οπλισμένο τσιμεντοκονίαμα και τμήματά τους επικαλύφθηκαν με πατητή τσιμεντοκονία κλασσικού τύπου χωρίς βαφή. Το πλέγμα των επιχρισμάτων έδεσε με τις αναμονές σιδηρού οπλισμού, που αφέθηκαν κατά την κατασκευή του περιμετρικού δοκαριού, καθώς και με το πλέγμα που τοποθετήθηκε στο νέο, ελαφρά οπλισμένο, δάπεδο επίσης από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Η απαίτηση για τη στατική επάρκεια του κτιρίου και τη σωστή αντισεισμική του συμπεριφορά επιλύθηκε με την τοποθέτηση δύο εμφανών μεταλλικών πλαισίων από κοιλοδοκό 100×100×5 (mm). Τα μεταλλικά πλαίσια πακτώθηκαν στο νέο δάπεδο από ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα, στο ισχυρό οπλισμένο τσιμεντοκονίαμα των περιμετρικών πέτρινων τοίχων και στο νέο περιμετρικό δοκάρι.
Σημαντικό οικοδομικό στοιχείο της παλιάς κατασκευής, το οποίο συνέβαλλε σημαντικά στην διατήρηση του κτιρίου και τον περιορισμό των ζημιών κατά την περίοδο των καταστρεπτικών σεισμών στην περιοχή το 1955-56, ήταν τα συνεχή οριζόντια διπλά σενάζ από ξυλεία καστανιάς, που δένουν την έσω και έξω λίθινη τοιχοποιία και την εμπόδισαν να καταρρεύσει.
Τα μεταλλικά πλαίσια ορίζουν το χώρο της εισόδου και το χώρο της κουζίνας. Οι δύο μεταλλικές κολώνες, εκτός από την συνεισφορά τους στη στατική ενίσχυση του κτιρίου, στηρίζουν και τα κρεμαστά, ανοιχτά, διαμπερή ντουλάπια της κουζίνας.
Στο λουτρό η ντουζιέρα και ο πάγκος του νεροχύτη, όπως και ο πάγκος της κουζίνας, έγιναν κτιστά και σοβατίσθηκαν με πατητή τσιμεντοκονία παραδοσιακού τύπου, συνδυασμένη με έγχρωμα πλακάκια παλιού τύπου.
Στο άμεσο περιβάλλον του κτιρίου (στην ανατολική πλευρά) κατασκευάσθηκε πλακόστρωτη αυλή για την υπαίθρια διαβίωση της οικογένειας, με απόλυτο σεβασμό στην υπάρχουσα φύτευση, η οποία διατηρήθηκε στο σύνολό της. Ο φωτισμός του περιβάλλοντα χώρου είναι έμμεσος, μέσω φωτιστικών σημείων που τοποθετήθηκαν στα δένδρα.
Η επίπλωση του χώρου έγινε κυρίως με παλιά έπιπλα από το παλιό σπίτι της οικογένειας, που από χρόνια παρέμενε ακατοίκητο.
Η άποψη που θέλει την επανάχρηση ενός κτιρίου (έστω και μιας απλής γεωργικής αποθήκης), με ζωή ενός περίπου αιώνα, ως μία επιδερμική και επιφανειακή αποκατάσταση των εμφανών ζημιών των επιχρισμάτων και την εκ νέου κατασκευή των χρωματισμών, είναι απολύτως λανθασμένη. Η αλλαγή χρήσης προϋποθέτει λεπτομερή αποτύπωση, αναλυτική περιγραφή της παθολογίας της κατασκευής, προτάσεις για τη στατική ενίσχυση και αντισεισμική θωράκιση του κτιρίου και οικοδομική αποκατάσταση όλων των επί μέρους μελών του σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες πυρασφάλειας, λειτουργικότητας, θερμομόνωσης, υγρομόνωσης, ηχομόνωσης, υγιεινής και εξοικονόμησης ενέργειας.
Ακόμη και στα μη διατηρητέα κτίρια υπάρχουν πολύ λεπτές ισορροπίες σε σχέση με τα τμήματα του κτιρίου που διατηρούνται και συντηρούνται και ποια στοιχεία του μπορούν να αποξηλωθούν και να αντικατασταθούν με νέα. Σίγουρα η νέα χρήση και η νέα λειτουργικότητα του κτιρίου επιβάλλουν νέες αρχιτεκτονικές χειρονομίες, που πιθανά θα αλλοιώνουν την αυθεντικότητα του κτιρίου. Άποψη του γραφείου είναι η νέα συνθήκη λειτουργίας να επιβάλει τη χρησιμοποίηση νέων υλικών και τεχνολογιών, οι οποίες πρέπει να είναι διακριτές από τις προϋπάρχουσες, δείχνοντας με καθαρότητα και σαφήνεια το μεταγενέστερο χρόνο κατασκευής τους. Παλιό και νέο μπορεί να συνυπάρχει σε μία σχέση αλληλοσεβασμού έστω και μέσω μιας αντιθετικής αλλά ισχυρά συμβιωτικής συνύπαρξης.

Πρόκειται για κτίριο μεικτής χρήσης, το οποίο βρίσκεται στον Περισσό και αναπτύσσεται σε δύο ορόφους και δύο υπόγεια, με μέρος του ισογείου να περιλαμβάνει πατάρι. Στα δύο υπόγεια βρίσκονται οι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και οι χώροι μηχανολογικών εγκαταστάσεων, ενώ το πρώτο υπόγειο περιλαμβάνει και εκθεσιακούς χώρους. Αυτοί συνεχίζονται και στο ισόγειο, όπου επίσης βρίσκονται η κεντρική και δευτερεύουσα είσοδος και χώροι εργασίας, γραφείων και βοηθητικοί. Το πατάρι λειτουργεί ως αποθήκη, ενώ τέλος ο πρώτος όροφος περιλαμβάνει χώρους γραφείων και βοηθητικούς χώρους προσωπικού.
Το κτίσμα τοποθετήθηκε σε υποχώρηση σε σχέση με τη ρυμοτομική γραμμή και σε απόσταση από το πίσω και τα πλάγια όρια του οικοπέδου. Είναι ελεύθερο μέσα στο χώρο του οικοπέδου και επιτρέπει την κίνηση περιμετρικά του.
Ένα καθαρό ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, που στηρίζεται σε ελεύθερα υποστυλώματα σταγονοειδούς μορφής σε υποχώρηση, αποτελεί τον πρώτο όροφο. Το ισόγειο περιλαμβάνει έναν μονώροφο και έναν διώροφο χώρο. Ο μονώροφος χώρος αναπτύσσεται σε σχήμα Γ και ορίζει τις δύο πίσω πλευρές του ισογείου. Το υπόλοιπο, που είναι το διώροφο τμήμα, δημιουργείται ως «κενό» της σχέσης του παραλληλεπιπέδου και του μονώροφου ισόγειου τμήματος.
Το «μεταλλικό κουτί» σε πρόβολο από πανέλα αλουμινίου φωτίζεται από σχισμές κατά μήκος. Το «κουτί» του ισογείου έχει μεγάλα υαλοστάσια στα σημεία των εκθεσιακών χώρων, ενώ στις άλλες χρήσεις έχει επαναλαμβανόμενα ανοίγματα. Έτσι εμφανίζεται σαν σύνθεση «ανοικτών» και «κλειστών» επιφανειών. Η κλειστή επιφάνεια είναι ένας τοίχος από εμφανές σκυρόδεμα με ανοίγματα, που ισχυροποιεί την αίσθηση της βάσης. Συνολικά, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν παρέμειναν εμφανή χωρίς επενδύσεις.
Δύο κλιμακοστάσια, ένα εμπρός και ένα πίσω, εξυπηρετούν τις κάθετες κινήσεις του κτιρίου, ισορροπούν τις μεγάλες αποστάσεις και τέμνουν κάθετα τους επιμήκεις όγκους.
Ένα μεταλλικό στέγαστρο τονίζει και προστατεύει την κύρια είσοδο προς τη λεωφόρο Ηρακλείου, όπου επίσης βρίσκεται ένα εξωτερικό υπαίθριο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στα υπόγεια. Η δεύτερη είσοδος βρίσκεται στο πίσω μέρος του κτιρίου.

Το εγχείρημα απαιτούσε να ανασχεδιαστεί ο χώρος, ο οποίος προοριζόμενος για χρήση κατοικίας ή γραφείου τα τελευταία χρόνια, απείχε πολύ στην αρχική του χάραξη από τις απαιτήσεις του νέου λειτουργικού διαγράμματος. Η δυνατότητα να απευθύνεται σε χρήστες που διαμένουν για λίγο χρόνο στο χώρο, σε συνδυασμό με την επιθυμία να υπάρχει ευελιξία και να μπορεί στο μέλλον να διατηρήσει τη χρήση "κλασικής" κατοικίας, έκανε την επίλυση πιο σύνθετη, καθώς οι ανάγκες διαφοροποιούνται αισθητά από την μια στην άλλη περίπτωση.
Το διαμέρισμα είναι διαμπερές και έχει κάτοψη σε σχήμα τραπεζίου, με τη μεγάλη πλευρά να ανοίγεται προς το δρόμο και τη θέα και τη μικρή να σφηνώνει σχεδόν στην οπίσθια πλευρά του οικοπέδου, όπου ένας μικρός ακάλυπτος απλά παρέχει τη δυνατότητα φυσικού φωτισμού και αερισμού.
Η τελική λύση που εφαρμόστηκε, αφού απογυμνώθηκε όλο το εσωτερικό του διαμερίσματος, προέβλεπε τη δημιουργία δυο σουιτών με εσωτερικό μπάνιο για την καθεμία, οι οποίες διαχωρίζονται αισθητά τόσο λόγω της θέσης τους στην κάτοψη και άρα και στη θέα, όσο και λόγω του μεγέθους και του ύφους στη διακόσμηση. Διατηρήθηκε η αίσθηση του ενιαίου χώρου και της διαμπερότητας, ώστε ο επισκέπτης μπαίνοντας να αντιλαμβάνεται όλο το διαμέρισμα, με οπτικές φυγές στο χώρο και προαιρετικά να έχει τη δυνατότητα να απομονώσει τον προσωπικό χώρο του ύπνου.
Στο ένα τμήμα της μπροστινής σουίτας υπάρχει το κρεβάτι με θέα τον Παρθενώνα, ενώ στο άλλο τμήμα της έχει διαμορφωθεί ένα μικρό καθιστικό. Η δυνατότητα της απομόνωσης τις ώρες του ύπνου εξασφαλίζεται μέσω ενός τριπλού συρόμενου ξύλινου διαχωριστικού από λευκή λάκα, που όταν δεν χρειάζεται, εξαφανίζεται χωνευτό στον τοίχο. Είναι ένας χώρος λουσμένος στο φως με έναν ιδιαίτερο μαγικό τρόπο, το οποίο λες και εκπέμπεται από την Ακρόπολη και αποτελεί τη λάμψη της.
Η δεύτερη σουίτα τοποθετήθηκε στην πίσω πλευρά και στον τοίχο της, που γειτνιάζει με την κουζίνα, διαμορφώθηκε ένα μεγάλο άνοιγμα με τζάμι και στόρια. Έτσι, το μεν δωμάτιο φωτίζεται και μοιάζει πολύ μεγαλύτερο, η δε κουζίνα ενσωματώνεται στο χώρο εισόδου και έχει φυσικό φως.
Η αισθητική του διαμερίσματος χαρακτηρίζεται από λιτά στοιχεία, στα οποία επικρατεί το λευκό και το "αέρινο". Στα δάπεδα τοποθετήθηκαν λευκά πλακίδια και τα έπιπλα, σχεδόν όλα ιδιοκατασκευή, έγιναν από λευκή λάκα και γυαλί ή ακρυλικό γυαλί διάφανο. Όλος ο τοίχος της πρόσοψης φέρει ημιδιάφανη λευκή κουρτίνα και λίγες μόνο σκούρες πινελιές στο κεντρικό φωτιστικό και στον καναπέ αλλάζουν την χρωματική παλέτα.
Αντιθέτως, στο πίσω τμήμα, για την κουζίνα επιλέχθηκε λάκα στο χρώμα της μόκας και του φυσικού ξύλου, ενώ το δεύτερο υπνοδωμάτιο σκουραίνει ακόμα περισσότερο δίνοντας ένα πιο κλασικό και πιο βαρύ ύφος. Το κεφαλάρι και τα έπιπλα γίνονται αντίστοιχα από μαύρη δερματίνη και μαύρη λάκα, σκούρα στόρια συνδέουν το χώρο με την κουζίνα και ένας μεγάλος καθρέφτης τοποθετείται στην πλάτη του πάγκου της κουζίνας ώστε να διευρύνει ακόμη περισσότερο την αίσθηση του βάθους και να ενοποιήσει οπτικά τους διαφορετικούς χώρους.
Μια κατά παραγγελία ταπετσαρία καλύπτει όλο τον τοίχο πάνω από τα κρεβάτια, στη μεν μπροστινή σουίτα λευκή, στη δε πίσω σουίτα, ακολουθώντας το ύφος του υπόλοιπου χώρου, μαύρη με μοτίβο λευκό.
Η οροφή με γυψοσανίδα είναι πιο χαμηλή στο πίσω τμήμα της κάτοψης και πιο ψηλή στο μπροστά, ώστε ο χώρος, σαν χωνί, ανοίγεται προς το φως και τη θέα. Κρυφοί φωτισμοί και χωνευτά σποτ με ροοστάτη αποτελούν τη σταθερή πηγή φωτισμού, ενώ επιδαπέδια φωτιστικά μαζί με διακοσμητικά επίτοιχα προσθέτουν στο χώρο μια διαφορετική πιο καλλιτεχνική πινελιά.

Στον 5ο και τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, που κατασκευάστηκε το 1983, στην οδό Μυκηνών στην Άνω Γλυφάδα, βρίσκεται το συγκεκριμένο διαμέρισμα των 75 m², το οποίο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως επαγγελματικός χώρος (γραφείο). Έτσι ήταν αναγκαία η αναδιαμόρφωσή του, προκειμένου να προσαρμοστεί σε χώρο κατοικίας, ο οποίος να καλύπτει τις ανάγκες διημέρευσης ενός ζευγαριού.
Το διαμέρισμα έχει πολλά πλεονεκτήματα όσον αφορά στη θέση του, καθώς βρίσκεται πάνω από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης και έχει θέα προς το Σαρωνικό κόλπο και τον Υμηττό. Στόχος της ανακαίνισης ήταν αφενός η εκμετάλλευση, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της θέας και του προσανατολισμού που παρέχει η θέση τoυ και αφετέρου η αναδιαμόρφωσή του σύμφωνα με τις ανάγκες των νέων ενοίκων.
Η κάτοψη του διαμερίσματος αναδιαμορφώθηκε πλήρως. Στο σχέδιο προσαρμόστηκε το υπνοδωμάτιο, που προορίζεται για τους κύριους ενοίκους, ένα μικρότερο υπνοδωμάτιο, που μπορεί να λειτουργήσει ως ξενώνας, λουτρό και ενιαίος χώρος καθιστικού - κουζίνας με θέα προς τη λεωφόρο Βουλιαγμένης και τον Σαρωνικό κόλπο. Οι χώροι διημέρευσης του διαμερίσματος καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του εμβαδού του, καθώς είναι οι βασικοί χώροι, στους οποίους διαμορφώνεται η καθημερινότητα των ενοίκων και επομένως οι αναμνήσεις τους. Στις όψεις τους τοποθετήθηκαν μεγάλα υαλοστάσια και στο κέντρο της σύνθεσης ένα ξύλινο “κουτί”, γύρω από το οποίο αρθρώνονται, στον άξονα ανατολής - δύσης, από τη μία οι πιο δημόσιοι και από την άλλη οι ιδιωτικοί χώροι του διαμερίσματος. Το ξύλινο “κουτί” αποκτά κεντροβαρικό χαρακτήρα στη σύνθεση του διαμερίσματος. Ως προς τη λειτουργία του, αποτελεί την γκαρνταρόμπα εισόδου της κατοικίας και στη συνέχειά του επενδύει τον εξωτερικό τοίχο του λουτρού.
Ως προς τα υλικά και τις υφές, στο δάπεδο όλης της κατοικίας, πλην του λουτρού, εφαρμόστηκαν πλακίδια υφής ξύλου. Με τη διατήρηση αυτής της ομοιομορφίας δίνεται η αίσθηση της μεγαλύτερης επιφάνειας. Επίσης, ξύλινα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν και σε άλλα στοιχεία της κατασκευής, τα οποία συνδυασμένα με το λευκό χρώμα στους τοίχους και τους γραμμικούς φωτισμούς, κρυφούς ή μη, δημιουργούν μια ήρεμη και ζεστή ατμόσφαιρα για τον ένοικο.

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.