Σε κατοικία στο Μεξικό, το υπνοδωμάτιο διαμορφώνεται με ξύλινη επένδυση και πέτρα.
Φωτογραφία: Onnis Luque

Στο διάσημο συγκρότημα - τοπόσημο "Piscina das Marés", στην παραλία Matosinhos της Πορτογαλίας, που χτίστηκε μεταξύ 1959 και 1973 από τον Πορτογάλο αρχιτέκτονα Álvaro Siza Vieira, μπορεί κανείς να κολυμπήσει στην πισίνα, η οποία ενσωματώνεται στο γύρω τοπίο.
Φωτογραφία: Luca Onniboni

 

Στην περιοχή της Μηλιάς Γρεβενών έχουν βρεθεί τα μεγαλύτερα απολιθώματα χαυλιόδοντα από μαμούθ, τα οποία έχουν λάβει το βραβείο Guinness. Τα συγκεκριμένα ευρήματα φιλοξενούνται στο τοπικό μουσείο παλαιοντολογίας. Αντικείμενο του διαγωνισμού ήταν ο καθολικός επανασχεδιασμός και ανακατασκευή του περιβάλλοντος χώρου του Κέντρου Παλαιοντολογίας, της όμορης κεντρικής πλατείας της Τοπικής Κοινότητας Μηλιάς και των πεζοδρομίων που τα περικλείουν, με σκοπό την ανάδειξη του Κέντρου Παλαιοντολογίας ως κυρίαρχο στοιχείο στην περιοχή επέμβασης.
Κεντρικός στόχος της πρότασης είναι η μετατροπή της αυλής του παλιού σχολείου σε υπαίθριο δημόσιο χώρο με την ταυτόχρονη ενοποίηση της με την πλατεία και την ανάδειξη ενός ενιαίου συνόλου που θα εξυπηρετεί τόσο τους επισκέπτες του μουσείου, όσο και τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού και των παιδιών. Οι βασικές αρχές είναι η ενοποίηση των χώρων σε επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας που εκφράζεται αφενός από μια συνολική αισθητική και αφετέρου από τις σχεδιασμένες ευκαιρίες για την βιωματική εμπειρία του χώρου. Παράλληλα με αυτές, δόθηκε προσοχή στην ιστορία του τόπου και υπήρξε η κατάλληλη μέριμνα για το ελάχιστο δυνατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα στις επεμβάσεις.
Στο μέσο του νότιου ορίου της περιοχής τοποθετήθηκε ο χώρος αποβίβασης των επισκεπτών μπροστά από την κεντρική είσοδο του χώρου. Στο σημείο αυτό ξεκινάει μια γραμμική πορεία που διασχίζει κατά μήκος όλη τη διαμόρφωση και καταλήγει στη κεντρική είσοδο του μουσείου. Η γραμμική πορεία αυτή έχει ως στόχο να αξιοποιήσει το καδράρισμα που δημιουργεί η φύση στο μουσείο, κατευθύνοντας τους χρήστες προς αυτό, συναντώντας διάφορα χωρικά συμβάντα τα οποία διαχέονται στον χώρο.
Η πρώτη εμπειρία είναι αυτή της κεντρικής πλατείας του χωριού, όπου δεσπόζει ο επιβλητικός πλάτανος, του οποίου η δενδροδόχος έχει ανασχεδιαστεί με σκοπό την υγιή ανάπτυξη του δέντρου. Στο μέσο της διαδρομής, η οπτική του χρήστη ανοίγεται σε διάφορες ευκαιρίες. Στα αριστερά του ξεκινάει μια δευτερεύουσα διαδρομή παράλληλα με την οποία αναπτύσσεται μια σειρά από κερκίδες προσανατολισμένες προς τα βουνά Μπούρινος και Άσκιο. Οι κερκίδες αποκαθιστούν οπτικά έως ένα βαθμό την εικόνα του φυσικού ανάγλυφου που είχε καταστραφεί με το ξεμπάζωμα κατά την διαμόρφωση της παλιάς αυλής του σχολείου. Συνεχίζοντας στην δευτερεύουσα διαδρομή, προτού καταλήξουμε στο μουσείο, συναντάμε ένα χώρο αναψυκτηρίου, που θα είναι χώρος κοινωνικοποίησης για τους τους επισκέπτες του μουσείου και τους κατοίκους του χωριού.
Ανατολικά της κεντρικής διαδρομής, το μνημείο ηρώων τοποθετείται σε ειδικά διαμορφωμένη συστοιχία βάσεων, περιτριγυρισμένο από φύτευση, με τον πυρήνα του μνημείου να βρίσκεται ελαφρώς χαμηλότερα από το επίπεδο αναφοράς. Ο προσανατολισμός του μνημείου είναι τέτοιος ώστε να το αντικρίζει κανείς με φόντο τα βουνά στα ανατολικά. Το ίδιο φόντο υπάρχει και για το ευρύχωρο πλάτωμα που εξελίσσεται σε εξώστη, δίπλα από το μνημείο. Η κατασκευή αυτή ενσωματώνει το υφιστάμενο δέντρο σε μια ειδικά διαμορφωμένη εσοχή, δίπλα από την οποία, έχει τοποθετηθεί ένα πλαίσιο που δημιουργεί ευκαιρίες οπτικής αλληλεπίδρασης του χρήστη με το γύρω περιβάλλον.
Στην συμβολή της κεντρικής διαδρομής με την παραπάνω διαμόρφωση, αναπτύσσονται τρεις χώροι αθλοπαιδιών. Ο ένας από αυτούς δημιουργεί μία ψευδαίσθηση γεωμετρικού ανάγλυφου, ενώ οι άλλοι δύο διαθέτουν πραγματικό ανάγλυφο και είναι κατασκευασμένοι από ειδικό ελαστομερές υλικό ασφαλείας. Θα λειτουργούν ως σημεία παιχνιδιού, πειραματισμού και ψυχαγωγίας των παιδιών, παρέχοντας ευκαιρίες κοινωνικοποίησης. Προτού καταλήξουμε στο μουσείο, υπάρχουν εκατέρωθεν της κεντρικής διαδρομής, ευμεγέθεις χώροι πρασίνου καλυμμένοι με βλάστηση. Στον ίδιο χώρο δεσπόζει μία γλυπτή αναπαράσταση μαστόδοντου, που έχει ως σκοπό την αλληλεπίδραση με τον επισκέπτη. Η θέση του γλυπτού έχει επιλεχθεί ώστε κινούμενος κανείς κατά μήκος της διαδρομής να συνδιαλέγεται με το τοπίο που αλλάζει όσο πλησιάζει προς το μουσείο.
Ανατολικά του κέντρου παλαιοντολογίας, βρίσκεται ένας “βραχόκηπος”, όπου χρησιμοποιούνται πέτρες που είναι υπολείμματα της δραστηριότητας των λατομείων που υπήρχαν στην περιοχή και έχουν ευκρινή τα σημάδια από τα εργαλεία εξόρυξης. Μέσα στο βραχόκηπο έχουμε τοποθετήσει καθιστικά που προσφέρουν θέα προς το βουνό Άσκιο.
Το κτίριο του μουσείου περιβάλλεται από λαμαρίνα déployé που στηρίζεται σε ελαφριά μεταλλική κατασκευή. Στο νέο κέλυφος υπάρχουν ανοίγματα σε αντιπαράσταση με τα υφιστάμενα του κτιρίου με σκοπό την διατήρηση των θεάσεων προς το εξωτερικό περιβάλλον. H κατασκευή αυτή δημιουργεί ένα ημιυπαίθριο foyer που δίνει ευκαιρίες θέασης του τοπίου με επίκεντρο τα βουνά Άσκιο και Μπούρινο. Όπου έγιναν επεμβάσεις στο ανάγλυφο, τα προϊόντα αποχωματώσεων χρησιμοποιήθηκαν για τις απαιτούμενες από την πρόταση επιχωματώσεις, λαμβάνοντας μέριμνα το ισοζύγιο να είναι κοντά στο μηδέν. Το υλικό των αργών λίθων που προέκυψε από τα υφιστάμενα πέτρινα τοιχία που αποξυλώθηκαν μετά από την κατάλληλη επεξεργασία, χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση νέων λιθοδομών στις προτεινόμενες θέσεις. Στον βαθμό που δεν επαρκούν τα παραπάνω υλικά προτείνεται η αναζήτηση οικοδομικού υλικού από ισοπεδωμένα ερείπια κτιρίων του παλιού οικισμού. Τα προτεινόμενα υλικά αναζητούνται από τις κατά το δυνατόν εγγύτερες πηγές.

Η μικρή εξοχική κατοικία στο Φυργάνι είναι τοποθετημένη στο σιφνέικο τοπίο περιτριγυρισμένη από διαμορφώσεις με ξερολιθιές που αναμιγνύονται με τα εγκαταλελειμμένα πέτρινα περιγράμματα των χαρακτηριστικών αγροτικών κτισμάτων της Σίφνου -τις θεμωνιές- και τα αλώνια τους.
Την συνθέτουν τρεις όγκοι: οι δύο λιθόκτιστοι όγκοι των δωματίων και ο μικρός χρωματισμένος όγκος της κουζίνας που ξεπροβάλλει από την ξερολιθιά και λειτουργεί σαν άρθρωση μεταξύ των κτισμάτων και σαν πέρασμα προς τις αυλές και τα δωμάτια.
Οι όγκοι έχουν τοποθετηθεί με τρόπο ώστε να αξιοποιούν τις ποιότητες του σιφνέικου τοπίου δημιουργώντας διαφορετικές εμπειρίες: τη θέα στη θάλασσα και στους δύο οικισμούς που διαμορφώνουν τις περιμετρικές κορυφογραμμές, τον ανατολικό ήλιο που λούζει την μεγάλη αυλή και τα δωμάτια, τη θέα στο ηλιοβασίλεμα από την μικρή αυλή, την πρόσβαση από την ήπια νότια πλευρά.
Για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν βασικά υλικά της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής: τοπική πέτρα, ξύλο, σοβάς, μέταλλο και λυγαριά.
Με συνολική επιφάνεια μόλις 58 m2 η κατοικία είναι συνεκτική και περιεκτική.
Ο εξοπλισμός των δωματίων είναι λιτός και ταυτόχρονα πλήρης. Τα κρεββάτια είναι κτιστά στο χρώμα των δαπέδων και οι μικρές ξύλινες γκαρνταρόμπες διαμορφώνουν την είσοδο προς τα ευρύχωρα λουτρά. Τα ξύλινα γραφεία είναι συνέχεια των κουφωμάτων που καδράρουν τις θέες και τα ελεύθερα έπιπλα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα.
Τα φωτιστικά σώματα είναι λιτά και διακριτικά δημιουργώντας ποικίλα επίπεδα φωτισμού. Τα δωμάτια εκμεταλλεύονται τον φυσικό αερισμό από τα περιμετρικά ανοίγματα με μία μικρή ενίσχυση δροσιάς από ανεμιστήρες οροφής. Το μεταλλικό έπιπλο της κουζίνας με τα ξύλινα ερμάρια περιέχει τον απαραίτητο εξοπλισμό, ενώ στους τοίχους οι πιατοθήκες σχεδιάστηκαν με αναφορά σε αυτές των παραδοσιακών σπιτιών.
Ο όγκος της κουζίνας επεκτείνεται ανάμεσά στους πέτρινους όγκους των δωματίων δημιουργώντας μία σκεπαστή αυλή, προστατευμένη από τους δυνατούς βόρειους ανέμους.
Ο αρνητικός χώρος μεταξύ της ξερολιθιάς και των κτισμάτων δημιουργεί την μεγάλη εξωτερική ανατολική αυλή με άπλετη θέα στο Αιγαίο.
Η εναλλαγή των κλειστών, στεγασμένων και ανοιχτών χώρων, επίσης χαρακτηριστικό της κυκλαδίτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής, εξασφαλίζει άνεση σε όλες τις κλιματικές συνθήκες.
Η κατοικία ακουμπά μαλακά στο τοπίο σαν μια σύγχρονη θεμωνιά, συνεπής με την κλίμακα και την μορφολογία των αγροτικών κτισμάτων που βρίσκονται διάσπαρτα γύρω της.
Παραπέμποντας στους άλλοτε έγχρωμους κυκλαδίτικους οικισμούς, χρωματίζουμε τα δάπεδα των δωματίων στο λουλακί χρώμα του σιφνέικου ουρανού που ξεπερνά τα όρια του σπιτιού και "ξεχύνεται" στις αυλές. Η αντανακλαστική τους επιφάνεια δίνει την αίσθηση του υγρού στοιχείου σε διάλογο με την θάλασσα, και διακρίνει το ανθρωπογενές περιβάλλον από το φυσικό και αδιαμόρφωτο περιμετρικά τοπίο. Το φυσικό τοπίο παραμένει άθικτο με ήπια φύτευση κοντά στην κατοικία.
«Τα νησιά ήταν πολύχρωμα. Τα έχω δει περιπλανώμενος από μικρός στο Αιγαίο. Διαβαίνοντας τα δρομάκια τους σε έλουζε η ώχρα και το γαλάζιο»
Αλέκος Φασιανός (1935-2022)

Πρόκειται για μία παραθεριστική κατοικία μίας τετραμελούς οικογένειας, που βρίσκεται στην περιοχή Τουρλός, στη Μύκονο. Μέσω του προτεινόμενου σχεδιασμού, επαναπροσδιορίζεται η έννοια της παραθεριστικής κατοικίας. Ο ενιαίος κτιριακός όγκος κατακερματίζεται και διασπάται, διαμορφώνοντας έναν "λαβύρινθο" προκειμένου να επιτευχθεί μία συνεχής σύνδεση μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων. Το κτιριολογικό πρόγραμμα περιλαμβάνει πέντε υπνοδωμάτια, μία κουζίνα, έναν ενιαίο χώρο τραπεζαρίας και καθιστικού. Κάθε λειτουργία αποτελεί ανεξάρτητη δομική μονάδα – όλες όμως συνδέονται συνεχώς μέσω διαδρόμων και αυλών. Η κυρίως αυλή αποτελεί το ενοποιητικό στοιχείο γύρω από το οποίο αναπτύσσονται το υπαίθριο καθιστικό, το μπάρμπεκιου, η τραπεζαρία και ο χώρος της πισίνας. Σε αυτή τη μυκονιάτικη κατοικία, η παράδοση και η εντοπιότητα φιλτράρονται μέσα από μία σύγχρονη ματιά. Στόχος, η απόλυτη ενσωμάτωση του συγκροτήματος στο κυκλαδίτικο τοπίο.

 

Η κουζίνα είναι ανοιχτή στο χώρο του καθιστικού.

Ο όγκος του κλιμακοστασίου και το έρκερ διασπούν τον αυστηρά γεωμετρικό όγκο και εισάγουν στοιχεία από γυαλί, μέταλλο και χρώμα.
Φωτογραφία: Γιώργης Γερόλυμπος

Εσωτερική ανεξάρτητη μεταλλική σκάλα καταστήματος ισογείου προς το πατάρι του.
Φωτογραφία: Γιώργης Γερόλυμπος

 

Η ανακατασκευή διαμερίσματος 90 m2 σε διατηρητέο κτίριο στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε μια αφετηρία διερεύνησης μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες σχεδιαστικά εποχές, αυτής του Art Deco. Η ανακατασκευή βασίστηκε στις ανάγκες προσωρινής διαμονής τετραμελούς οικογένειας και περιλαμβάνει τους εξής χώρους: χολ εισόδου, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, master bedroom, ξενώνα και μπάνιο.
Κύρια αφετηρία σχεδιασμού είναι η διατήρηση και ανάδειξη των ιδιαίτερων αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών του εσωτερικού χώρου, όπως η ιδιαίτερη τυπολογία του διαμερίσματος, το μεγάλο εσωτερικό ύψος, τα ξύλινα εσωτερικά κουφώματα και ο υπάρχων γύψινος διάκοσμος. Η αρχιτεκτονική ταυτότητα του χώρου ενισχύεται με την προσθήκη γύψινων περιμετρικών ταμπλάδων στις τοιχοποιίες, που αποδίδουν εσωτερικό ρυθμό και κλίμακα στους αυτόνομους χώρους. Ο νέος αυτός διάκοσμος σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα στοιχεία και τις λευκές αποχρώσεις δημιουργούν ένα ενιαίο γλυπτικό σύνολο, που αναδεικνύεται με την πρόσπτωση του φωτός. Οι τμηματικές ξύλινες επενδύσεις και η επιλογή των επιφανειών επίπλωσης και υφασμάτων, ως χρώματα και υφές, εμπλουτίζουν τη χωρική σύνθεση. Τα εναλλακτικά σενάρια φωτισμού μέσω διαφορετικών φωτιστικών σωμάτων διαμορφώνουν ένα ζωντανό εσωτερικό χώρο με μεταβαλλόμενη ατμόσφαιρα.

Η Αθήνα είναι η πόλη που φιλοξένησε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες το 1896, οι οποίοι σηματοδότησαν την αφετηρία της διαδρομής του Ολυμπιακού κινήματος όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Το Ολυμπιακό Μουσείο της Αθήνας έρχεται για να αφηγηθεί την ιστορία των Ολυμπιακών αγώνων από την αρχαιότητα έως σήμερα αποτίοντας φόρο τιμής στους αθλητές, αλλά κάνοντας και εκτενή αναφορά στην εξέλιξη των αθλημάτων μέσα στο χρόνο.
Οι μελετητές είχαν στη διάθεσή τους ένα κλειστό κέλυφος, εντός του εμπορικού κέντρου "Golden Hall" στο Μαρούσι, με περίπου 9 μέτρα ύψος και 3.500 m2 για το μουσείο και τους βοηθητικούς του χώρους σε δύο επίπεδα.
Η εμπειρία της επίσκεψης στο μουσείο ακολουθεί μια αφήγηση στο χρόνο με κύριους σταθμούς τη γέννηση των Ολυμπιακών αγώνων στην αρχαία Ελλάδα, την καθιέρωσή τους στην Αρχαία Ολυμπία, το σβήσιμό τους κατά την περίοδο του Βυζαντίου, την αναβίωσή τους στην Αθήνα του 1896, μια συνοπτική αναφορά όλων των αγώνων μέχρι και το 2004, όπου ξαναέρχονται στην Αθήνα, μέχρι και σήμερα. Το δεύτερο κομμάτι του μουσείου είναι αφιερωμένο στο Ολυμπιακό κίνημα, τις αξίες του και φυσικά τους αθλητές και τα αθλήματα.
Αν και μουσειολογικά το μουσείο είχε χωριστεί σε ενότητες, η πορεία της αρχιτεκτονικής μελέτης έγινε παράλληλα με τη μουσειολογική και τη μουσειογραφική μελέτη. Υπήρχε το εξαιρετικό πλεονέκτημα ότι στο ίδιο γραφείο οι μελετητές δούλευαν σε ξεχωριστές αλλά αλληλοσυμπληρώμενες ομάδες την αρχιτεκτονική και τη μουσειογραφική μελέτη. Οι χώροι σχεδιάζονταν σχεδόν παράλληλα με τα γραφικά τους και τα εκθέματά τους. Ίσως να είναι από τις λίγες φορές που οι αρχιτέκτονες δημιουργούν όλες τις αίθουσες σαν κομμάτι του εκθέματος.
Με στόχο να δημιουργηθεί μία καθαρή σχέση ανάμεσα στην πληροφορία, την εικόνα και το χώρο, αποφεύχθηκε κάθε περιττό διακοσμητικό στοιχείο, αλλά έγινε και προσπάθεια να εξαφανιστεί κάθε στήριξη αντικειμένου. Το αποτέλεσμα είναι αντικείμενα που αιωρούνται στο χώρο και στις προθήκες τους, εικόνες και κείμενα τα οποία συντίθενται στις επιφάνειες, ήχος και κινούμενη εικόνα που συνδυάζονται αρμονικά με το χώρο και όλα μαζί επιτρέπουν στον επισκέπτη να μπορεί να εστιάζει κάθε φορά στο σημείο που τον ενδιαφέρει, χωρίς ποτέ να χάνει το σύνολο που δημιουργείται. Με διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης κάθε χώρου - εκθέματος έγινε προσπάθεια να κερδηθεί το ενδιαφέρον του επισκέπτη, δίνοντάς του την αίσθηση της ελεύθερης περιήγησης με εκπλήξεις, παρόλο που η πορεία μέσα στο μουσείο έχει αρχή, μέση και τέλος.
Καθώς σε όλο το πρώτο κομμάτι της αφήγησης της ιστορίας των Αγώνων δεν υπήρχε κάποια συλλογή αντικειμένων προς έκθεση, η μουσειογραφία ήταν ουσιαστικά μια ιδιαίτερη εικονογράφηση της πληροφορίας. Η έμπνευση ήταν αστείρευτη από την πληθώρα τεκμηρίων, που ήταν διαθέσιμα από τη συνεργασία με άλλα μουσεία και φορείς. Οι μουσειογραφικές χειρονομίες, σε μεγάλο βαθμό εικαστικές, υπογραμμίζουν την έννοια του αγώνα μέσα από διαφορετικές απεικονίσεις αθλητών εν κινήσει, που με το δικό τους τρόπο αφηγούνται την εξέλιξη του αθλητισμού μέσα στο χρόνο. Από τα ανάγλυφα των αρχαίων Ελλήνων και τις παραστάσεις των κεραμικών αγγείων, μέχρι τις φωτογραφίες του 20ού αιώνα και την καταγραφή σε βίντεο.
Υπήρχαν κάποιες συγκεκριμένες αρχές σχεδιασμού που επιλέχθηκαν για το Ολυμπιακό Μουσείο της Αθήνας, ώστε όλο το μουσείο να βγάζει μία ενιαία ταυτότητα, παρόλη τη χρονολογική διαδρομή των 3.000 χρόνων που έπρεπε να διανυθούν στα 1.800 τετραγωνικά μέτρα του εκθεσιακού χώρου του μουσείου. Καθώς είναι ένα από τα πολλά Ολυμπιακά Μουσεία που έχουν γίνει στον κόσμο, αλλά με μεγάλη σημασία καθώς η Ελλάδα είναι ο σημαντικότερος τόπος για την ιστορία των Ολυμπιακών αγώνων, θεωρήθηκε ότι πρέπει να βρεθούν κάποια Ελληνικά στοιχεία που θα διαφοροποιήσουν το μουσείο από τα άλλα του είδους του.
Το πιο σημαντικό είναι το φως. Το μουσείο έπρεπε να είναι ένα φωτεινό μουσείο. Χωρίς το φως να φαίνεται, το φως έπρεπε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές, όπως συμβαίνει στο Ελληνικό τοπίο.
Οι χώροι πλημμύρισαν με φως χωρίς να είναι ορατή η προέλευσή του, σαν να εισέρχεται το φυσικό φως μέσα στις αίθουσες.
Δεύτερο στοιχείο είναι η κλίμακα. Οι μελετητές επέλεξαν να εκμεταλλευτούν το ύψος του κελύφους στο έπακρο, έχοντας όμως και μεταβάσεις από ψηλούς χώρους σε χαμηλότερους, από φωτεινούς σε πιο σκοτεινούς και από μικρούς σε μεγαλύτερους ανάλογα με τις μουσειολογικές ανάγκες. Το μεγάλο ύψος βοήθησε ώστε ο χώρος να αποκτήσει μνημειακότητα και το έκθεμα σημασία.
Η κάτοψη άντλησε έμπνευση από τη χάραξη των σταδίων. Σαν να είναι το μουσείο ένα κολλάζ από μικρά στάδια, που κάθε φορά υπογράμμιζουν την ιστορία. Οι καμπύλες βοήθησαν ώστε η διαδρομή να είναι πιο ομαλή, πιο ρευστή. Επίσης σημαντικό στοιχείο του σχεδιασμού είναι οι μεταβάσεις από χώρο σε χώρο. Η μετάβαση μπορεί να γίνεται μέσα από ειδικά διαμορφωμένα ανοίγματα, από διαφοροποιήσεις στο χρώμα ή στην υφή του τοίχου και από αλλαγές στο δάπεδο.
Στόχος ήταν οι κύριες αίθουσες της Αρχαίας Ολυμπίας, του 1896 και του 2004 να έχουν μια αύρα από τα στάδια που φιλοξένησαν τους αγώνες. Κάθε αίθουσα σχεδιάστηκε ξεχωριστά, αλλά σε συνοχή με το σύνολο του μουσείου.
Η χρονογραμμή, στην οποία γίνεται μία συνοπτική περιγραφή όλων των σύγχρονων ολυμπιακών αγώνων ξεδιπλώνεται σε πετάσματα ίδιου πλάτους και ύψους, σαν τις σελίδες ενός τεράστιου βιβλίου απλωμένου σε μία ιδιαίτερη χωρική δομή, εστιάζοντας σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες - στιγμές της ιστορίας.
Οι αίθουσες που σηματοδοτούν το έπος των Ολυμπιακών αγώνων αναφέρονται στις αξίες και στις αρχές του Ολυμπισμού, στους ήρωες των αγώνων, στους αθλητές, αλλά και στην εξέλιξη των αθλημάτων μέσα στο χρόνο.
Στην τελευταία μνημειακή αίθουσα, ένα δάσος από προβολές και αντικείμενα στο χώρο, ο επισκέπτης γίνεται και ο ίδιος έκθεμα καθώς μία μεγάλη κοίλη αντανακλαστική επιφάνεια διπλασιάζει και επαναπροβάλλει το χώρο.
Η αρχή και το τέλος του μουσείου δημιουργούνται σε μαύρες κυλινδρικές χωρικές οντότητες, όπου οι προβολές τους προϊδεάζουν και αποχαιρετούν τον επισκέπτη αντίστοιχα.

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.