Η κατοικία βρίσκεται στον οικισμό της Παροικιάς στην Πάρο. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο σε έκταση παραδοσιακό οικισμό των Κυκλάδων ο οποίος εκτείνεται από την περιοχή του κάστρου στα όρια της ακτογραμμής μέχρι την εκκλησία της Εκατονταπυλιανής. Κατοικείται από τους προϊστορικούς χρόνους και υπάρχουν πολλά σωζόμενα ευρήματα στο διάβα των αιώνων. Χαρακτηρίζεται από μια μεσαιωνική πολεοδόμηση με στενά, δαιδαλώδη σοκάκια, που αναπτύσσονται γύρω από την περιοχή του Κάστρου και σε κυκλική διάταξη γύρω από αυτό. Οι μικροιδιοκτησίες καθώς και τρόπος συνύπαρξης των κτισμάτων χαρακτηρίζουν την κλίμακα του οικισμού.
Οι μικρές Εκκλησίες καθώς και ο δρόμος με τα νεοκλασικά αρχοντικά συμπληρώνουν τη μοναδική πολεοδομική και αρχιτεκτονική κληρονομιά. Τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία των νεοκλασικών κατοικιών συμπληρώνουν την συνύπαρξη με παραδοσιακές μορφές και δημιουργούν ένα διάλογο διαδοχής μορφών και χρωμάτων στη διάρκεια του χρόνου.
Το οικόπεδο ήταν αδόμητο και η επέμβαση έχει ένα σημαντικό ενδιαφέρον λόγω ότι είναι μια νέα κατοικία, γεγονός σπάνιο για τον οικισμό. Η κατοικία βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού τοποθετημένη πίσω από ένα μαντρότοιχο.
Η τοποθέτηση της κατοικίας εκμεταλλεύεται τον αύλειο χώρο με σκοπό τη δημιουργία ενός ενιαίου οικιστικού συνόλου. Οι όγκοι της κατοικίας βρίσκονται γύρω από μια προστατευμένη αυλή στο νότιο τμήμα του οικοπέδου στην οποία έχουν θέα το καθιστικό, η κουζίνα και τα δύο υπνοδωμάτια . Η βορεινή αυλή έχει όριο την περιμετρική μάντρα και από την άλλη την κουζίνα και τους αποθηκευτικούς χώρους. Στη νότια πλευρά και σε επαφή με το γειτονικό οικόπεδο διαμορφώνονται δύο χώροι εργαστηρίων καθώς και αποθηκευτικός χώρος. Στη ανατολική πλευρά υπάρχουν δύο μικρές αυλές, σε άμεση επαφή με το γειτονικό οικόπεδο, που εξυπηρετούν τα δωμάτια καθώς και τους χώρους εργαστηρίου.
Τα κτίσματα έχουν ελεύθερες κατόψεις με σκοπό το κτίριο να προσαρμόζεται το δυνατόν περισσότερο στον Παραδοσιακό οικισμό της Παροικιάς. Η κεντρική αυλή οργανώνει τις λειτουργίες δημιουργώντας ένα πυρήνα σε άμεση αναφορά με τους κτιριακούς όγκους. Η διάταξη παραπέμπει σε μορφές αρχαίων κατοικιών όπου το κέντρο του οικήματος ήταν η περίκλειστη αυλή.
Ο μεγάλος όγκος ενός ενιαίου κτίσματος διασπάται σε μικρότερους όγκους, άμεσα προσαρμοσμένο με τα γειτονικά κτίσματα και τις μορφές του οικισμού. Κατά αυτόν τον τρόπο αφήνονται ανέπαφες οι θεάσεις και οι οπτικές μέσα και από τις γειτονικές κατοικίες, βασικό στοιχείο συνύπαρξης με τον υπόλοιπο οικισμό. Ο περιμετρικός τοίχος που υπήρχε διατηρείται και αποτελεί το όριο μεταξύ κτιρίου και σοκακιού και γίνεται αντιληπτός στο πέρασμα του περιπατητή ,αποσπασματικά.
Επισημαίνεται ότι έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην ̎πέμπτη̎ όψη δηλαδή σε αυτή των δωμάτων καθώς η κατοικία είναι ορατή από τους γύρω εξώστες και τις βατές ταράτσες. Το φως και οι λευκές κυβιστικές μορφές δημιουργούν ένα διάλογο ορίζοντας τα κενά και τα πλήρη. Η σκιά και η διαδοχή κλειστών και ανοιχτών χώρων πίσω από ένα ψηλό μαντρότοιχο ορίζει τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.
Η ζωή εντός της κατοικίας, του οικισμού, της εσωτερικής αυλής, βρίσκεται στη συνέχεια του υπαίθριου χώρου. Η κατοίκηση στον οικισμό ήταν ουσιαστικά συμβίωση και αυτό αποτυπώθηκε και στην κατοικία. Συμβίωση του καινούριου με το παλιό του άμορφου κτίσματος με το δομημένο της αυλής και το δρόμο, του κρυφού με το εκτεθειμένο, της αρχιτεκτονικής και της απουσίας της.
Δεν πρόκειται για μια μοντέρνα πουριστική διάταξη μετάφρασης της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής αλλά για ένα διάλογο με την ανθρώπινη κλίμακά και την μυστηριακή πλευρά ενός οικισμού αιώνων. Οι μορφές και οι συσχετισμοί των χώρων αφήνουν ελεύθερη την ανθρώπινη παρουσία και ορίζουν την σύγχρονη κατοίκηση σε ένα παραδοσιακό οικισμό, απαλλαγμένο από μορφολογικά παιχνίδια και αναφορές, όπως γινόταν και με τους παραδοσιακούς τεχνίτες. Το αφήγημα αυτής της ετερογενούς κατοίκησης παραμένει και είναι σκοπός, όπως γίνεται εδώ και αιώνες σε αυτόν τον οικισμό. Τα επίπεδα της μνήμης εναποτίθενται το ένα πάνω στο άλλο, διατηρώντας την κοινωνική συνοχή μέσα από διαδικασίες αιώνων, ο διάλογος είναι συνεχής μεταξύ κατοίκου και δομημένου περιβάλλοντος. Το Νοέμβριο του 2019 προστέθηκε ένας ακόμη χώρος κατοίκησης στη σύνθετη αλλά και σοφή πολεοδομική οντότητα στην προσπάθεια συνύπαρξης και ένταξης στο προϋπάρχον ανθρωπογενές, δομημένο περιβάλλον .

Η παρούσα μελέτη αφορά τη μετατροπή υφιστάμενης εξοχικής κατοικίας της δεκαετίας του 1980, στον Άγιο Στέφανο Μυκόνου, σε κατάλυμα επτά πολυτελών δωματίων.
Τα δωμάτια είναι επιμήκη, προσανατολίζονται στο νότο, και σχηματίζουν ανεξάρτητους όγκους που εφάπτονται μεταξύ τους, επιτρέποντας τη θέα προς τη θάλασσα.
Ο βασικός συνθετικός χειρισμός στο σύνολο των δωματίων συνοψίζεται στη δημιουργία μιας γραμμικής κίνησης με διεύθυνση Βορά – Νότου, η οποία ταυτίζεται με ταυτόχρονη διαβάθμιση της ιδιωτικότητας των χώρων. Ο ένοικος εισέρχεται από το βορά στο λιγότερο φωτεινό, ατμοσφαιρικό εσωτερικό. Μετακινείται διαδοχικά, κατεβαίνοντας στάθμη, στον κοινόχρηστο χώρο του καθιστικού και καταλήγει σταδιακά στον εξωτερικό χώρο και την ιδιωτική πισίνα. Κάθε πισίνα, εφάπτεται στη γειτονική της δημιουργώντας οπτικά μία ενιαία διαμήκη επιφάνεια νερού, η οποία αποτελεί το κεντροβαρικό στοιχείο της σύνθεσης.
Στο εσωτερικό, ποικίλες διάτρητες επιφάνειες λειτουργούν ως φίλτρα, επιτρέπουν ή αποκόβουν την οπτική επαφή με τους επιμέρους χώρους και προσδίδουν βάθος στο εσωτερικό του δωματίου, ενισχύοντας κατά αυτόν τον τρόπο την εμπειρία αυτής της μετάβασης.
Η διαδοχή μαλακών και σκληρών υλικών – ξύλο με μάρμαρο, μέταλλο με λινό ύφασμα, επιχρισμένο μπετόν με νερό-, η χρήση λευκού, γκρι και γήινων χρωμάτων καθώς και η ποικιλία διατομών και υφών στοχεύουν σε μία σύγχρονη μεταγραφή της αρχιτεκτονικής του νησιού η οποία συνδιαλέγεται με το υφιστάμενο τοπίο που την περιβάλλει.

 

Από ένα επιμελές παιχνίδισμα κυβιστικών όγκων, ο σχεδιασμός της κατοικίας αναπτύχθηκε με λιτή επεξεργασία στο εξωτερικό περίβλημα του κτιρίου και περίτεχνη στην εσωτερική του πλευρά. Βάζοντας αυτές τις αντιθέσεις σε ισορροπία, οι σκληρές γεωμετρικές επιφάνειες στο κέλυφος της κατοικίας, αποτελούν ένα άτυπο "statement" ενός σύγχρονου κτίσματος, που ακολουθεί την εποχή του μέσα από μορφές υλικά και χρώματα. Την ίδια στιγμή, η κατοικία στο εσωτερικό της, μέσα από ένα ιδιαίτερα ζεστό περιβάλλον με έμφαση στα φυσικά υλικά, προσφέρει τις ανέσεις της σύγχρονης καθημερινότητας για μια οικογένεια στα Νότια προάστια της Αττικής.
Σε ένα ιδιαίτερα μικρό οικόπεδο, οι συσσωρευμένες λειτουργικές ανάγκες μιας τετραμελούς οικογένειας, αναζητούν δημιουργική συνύπαρξη σε σύγχρονο κέλυφος. Οι χώροι διημέρευσης και φιλοξενίας, διαμορφώνονται στο επίπεδο της γης και αξιοποιούν με τα μεγάλα τους ανοίγματα, την εξωστρέφειά της κατοικίας στον πολύτιμο περιβάλλοντα χώρο. Οι ιδιωτικοί χώροι, αντίστροφα, με μικρότερα ανοίγματα στην όψη προς τον δρόμο, αποτυπώνουν την πρόθεσή τους για εσωστρέφεια με προσανατολισμό στην απομόνωση, την ησυχία και την ξεκούραση. Πινελιά στην κύρια όψη του κτιρίου, το θεατρικό "μπαλκόνι της Ιουλιέτας", αποτύπωμα έμπνευσης από το ζευγάρι των ιδιοκτητών. Σε αντίθεση με την μπροστινή όψη, η πίσω όψη διαμορφώνεται ανοιχτή στο φως και την θέα.
Μπαίνοντας στον εσωτερικό χώρο της κατοικίας, οι καθαρές επιφάνειες, οι λιτές γραμμές και η απλότητα χαρακτηρίζουν τους επιμέρους χώρους που έρχονται σε αρμονία με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του κτιρίου. Μέσα σε ένα οικείο οικογενειακό περιβάλλον, το ξύλο παίζει κυρίαρχο ρόλο σε όλα τα σημεία, ενώ χαρακτηριστική είναι η εφαρμογή του στην εσωτερική σκάλα που συνδέει τους χώρους του σπιτιού μεταξύ τους. Στους χώρους διημέρευσης χρησιμοποιήθηκαν φρέσκα γήινα χρώματα στην παλέτα του γκρι-πράσινου και φυσικά υλικά όπως η δρυς και το πράσινο μάρμαρο Τήνου στο τζάκι. Παράλληλα δεν λείπουν τα έπιπλα και τα επιμέρους στοιχεία απαλών αποχρώσεων που συμπληρώνουν την ομοιομορφία του σπιτιού.
Προδίδοντας την τάση της οικογένειας για πολλές οικογενειακές συγκεντρώσεις στην καρδιά της κατοικίας, τοποθετείται η τραπεζαρία σε μια σχέση on-off με την κουζίνα που βρίσκεται ακριβώς δίπλα. Στην κουζίνα δεσπόζει η νησίδα υποδηλώνοντας την ανάγκη της οικογένειας να συναντιέται καθημερινά στον ιερό χώρο της κατοικίας υποστηριζόμενη από τον λιτό - πρακτικό σχεδιασμό, όπου κυριαρχούν οι λευκές καθαρές επιφάνειες από λάκκα και λευκό μάρμαρο. Σε αντίθεση με τα μπάνια και τα δωμάτια, το σαλόνι και η τραπεζαρία δέχονται πιο έντονες αποχρώσεις ενώ παράλληλα τα μεγάλα ανοίγματα φέρνουν μέσα το φυσικό φως δημιουργώντας μια άμεση επαφή με την αυλή και το πράσινο στοιχείο.
Η μελέτη της κατοικίας, προσανατολίσθηκε στα πρότυπα του βιοκλιματικού σχεδιασμού, με αφετηρία την ένταξη του πράσινου στοιχείου στο δώμα αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, η χρήση υλικών με χαμηλό ενεργειακό αποτύπωμα στην παραγωγή τους όπως το ξύλο και οι πέτρινες πλάκες αποτέλεσε στρατηγική επιλογή από την αρχή του σχεδιασμού, ενώ η χρήση θερμοπρόσοψης και κουφωμάτων με υψηλές θερμομονωτικές προδιαγραφές διασφάλισαν την μικρότερη δυνατή θερμική απώλεια στους εσωτερικούς χώρους. Τέλος, η δημιουργία ελεγχόμενων αέρινων ρευμάτων μέσω ανοιγμάτων στις αντικριστές όψεις επιτρέπει στην κατοικία να λειτουργεί με φυσικό κλιματισμό.
Η δυναμική της σχέσης του ιδιοκτήτη και της σχεδιαστικής ομάδας, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό το τελικό αποτέλεσμα. Η επίλυση των υψηλών λειτουργικών απαιτήσεων της οικογένειας σε συμπιεσμένο χώρο, η κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της καθημερινής ζωής των μελών της, η στάθμιση της χρήσης της τεχνολογίας στην κατοικία και μια σειρά από κατάλληλα προσαρμοσμένες παραμέτρους, αποτυπώνονται στο αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα.

Ο openplan χώρος του καθιστικού-τραπεζαρία-κουζίνα έχει σχεδιαστεί για να προσφέρει άνεση, ηρεμία και εξαιρετική αισθητική στην καθημερινή ζωή. Τα ασαφή όρια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού που επιτυγχάνονται με το αίθριο, τους ημιυπαίθριους χώρους και την μεγάλη εσωτερική αυλή έχουν ως αποτέλεσμα ο εσωτερικός χώρος να διαχέεται προς τον εξωτερικό. Τα μεγάλα υαλοστάσια, έρχονται να ενισχύσουν τα μη εμφανή όρια επιτρέποντας επίσης, στο φυσικό φως να εισέλθει στο κτήριο. Με όλα αυτά τα στοιχεία επιτυγχάνεται μια ολοήμερη υπαίθρια κατοίκηση και μια εξωστρέφεια του κτιρίου.
Φωτογραφίες: Γιώργης Γερόλυμπος

Η εξοχική κατοικία βρίσκεται στην κορυφή μιας πλαγιάς κατάφυτης με ελαιόδεντρα, έχοντας πανοραμική θέα στον Αργολικό κόλπο, τις Σπέτσες και τα νησάκια Πλατειά και Ψιλή. Το σπίτι εντάσσεται ήπια στη γαλήνια πελοποννησιακή γη, ενώ όλοι οι χώροι του απολαμβάνουν την εντυπωσιακή θέα της θάλασσας και του φυσικού τοπίου. Η κατοίκηση του υπαίθριου χώρου απετέλεσε μία εξίσου σημαντική παράμετρο του σχεδιασμού και επιτυγχάνεται μέσω της κατάργησης των ορίων μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, προσφέροντας μια ξεχωριστή εμπειρία κατοίκησης πλήρως προσαρμοσμένη στο μεσογειακό τρόπο ζωής. συρόμενα ανοίγματα, που καταλαμβάνουν όλο το ύψος των χώρων διημέρευσης – καθιστικό, κουζίνα, τραπεζαρία - αποκαλύπτουν την εντυπωσιακή θέα στη θάλασσα. Οι εσωτερικοί χώροι διημέρευσης επεκτείνονται εξωτερικά.
Φωτoγραφίες: Κωνσταντίνος Θωμόπουλος

Στόχος της αρχιτεκτονικής ομάδας ήταν η δημιουργία μιας ελαφριάς μοντέρνας κατασκευής που θα δίνει την εντύπωση ότι το κτίριο αιωρείται επάνω από την κατάφυτη πλαγιά της Κουάλα Λουμπούρ. Γι’ αυτό το λόγο, αποφασίστηκε ο κτιριακός όγκος να επενδυθεί με μια ελαφριά τρισδιάστατη “επιδερμίδα” αλουμινίου. Η κατασκευή προσομοιάζει μια απαλή κουρτίνα υπνοδωματίου, που μεταφέρεται στον εξωτερικό χώρο με τη μορφή ενός ρευστού κελύφους. Ο σχεδιασμός βασίζεται στην ιδέα του μετασχηματισμού ενός μεταλλικού υλικού, που θεωρείται σκληρό και ψυχρό, σε ένα ελαφρύ υφασμάτινο περιτύλιγμα. Στην επιφάνεια της κατασκευής ανοίχθηκαν οπές, ώστε να επιτρέπεται η διέλευση του φυσικού φωτός στο εσωτερικό του κτιρίου, αλλά παράλληλα οι χώροι να προστατεύονται από το δυνατό τροπικό ήλιο και να επιτυγχάνεται η επιθυμητή ιδιωτικότητα. Η πυκνότητα του μοτίβου διάτρησης σχεδιάστηκε ακολουθώντας τη λογική των υφιστάμενων ανοιγμάτων. Το γεγονός ότι το κτίριο ήταν κατασκευασμένο 3,5 m επάνω από την επιφάνεια της αυλής, που καλύπτεται από γρασίδι και μια σειρά δέντρων, συντέλεσε στην καλύτερη θέαση της όψης από το δρόμο, ενώ σε συνδυασμό με τα υλικά και τη συνολική μορφή, επιτεύχθηκε η εντύπωση ενός κτιρίου που αιωρείται επάνω από το τοπίο. Αυτή η εικόνα ενισχύεται περαιτέρω κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη βοήθεια του εξωτερικού φωτισμού.
Φωτογραφίες: Lin Ho

Στην κύρια όψη της κατοικίας, που είναι ορατή από το δρόμο, ο επισκέπτης διαπιστώνει την εξής αντίθεση: ενώ ο ανώτερος όγκος του κτιρίου κατασκευάζεται από εμφανές σκυρόδεμα, η όψη του ισογείου περικλείεται από ένα μανδύα αλουμινίου, βαμμένο σε λευκό χρώμα. Το κέλυφος αυτό αποτελείται από ένα επαναλαμβανόμενο γεωμετρικό μοτίβο, το οποίο συνθέτουν τεμάχια τριγωνικού σχήματος, εν είδει ψηφιδωτού.
Τα φύλλα αλουμινίου κόβονται σε σχήμα τριγώνου, βάσει ειδικού πατρόν, κατασκευασμένου σε εργαστήριο μεταλλουργίας. Τα μεμονωμένα αυτά τρίγωνα βάφονται σε λευκό χρώμα και συνδέονται μεταξύ τους όπως προβλέπει το σχέδιο της όψης. Στη συνέχεια πραγματοποιείται η ανάρτησή τους σε τοίχο επιχρισμένου σκυροδέματος με τη χρήση γερανού. Η ανάρτηση κάθε στοιχείου υποστηρίχθηκε με μεγάλο πλήθος ράβδων, βιδωμένων στο επίσης μεταλλικό πλαίσιο της πρόσοψης, για λόγους ασφαλείας.
Φωτογραφίες: Amit Geron
Επιμέλεια φωτογράφισης: Eti Buskila

Σε αυτή την κατοικία στην Πάρο, οι διάφοροι όγκοι χωρίζονται για να δημιουργήσουν προστατευμένες αυλές από τους βόρειους ανέμους και τον ήλιο. Επιπλέον, συνδυάστηκαν οι λευκοί σοβαντισμένοι όγκοι με τους πέτρινους τοίχους, ώστε να δημιουργηθεί μια φυσική μετάβαση μεταξύ των χώρων σύμφωνα με τη νησιώτικη αρχιτεκτονική.
Φωτογραφίες: Αντρέας Μπέκας

Ο διαχωρισμός των επί μέρους λειτουργιών με διαφανή πετάσματα εντείνει την αίσθηση του ενιαίου χώρου. Λιτές, ευθείες χαράξεις οργανώνουν τους εργασιακούς και κοινόχρηστους χώρους. Τα εσωτερικά χωρίσματα είναι ελάχιστα, με στόχο τη διασφάλιση διαμπερότητας. Το αποκατεστημένο μωσαϊκό, η πέτρα και το ξύλο συνδυάζονται με σκυρόδεμα, μέταλλο, γυαλί και στοιχεία εμφανών εγκαταστάσεων.
Φωτογράφος: Βασίλης Ζούπας

Η στεγανοποίηση του δαπέδου και των τοιχωμάτων της πισίνας πραγματοποιείται σε τρία στάδια:
•Καθαρισμός σαθρών τμημάτων και επισκευή σκυροδέματος. Με το ίδιο επισκευαστικό στεγανοποιητικό υλικό μπορούν να διαμορφωθούν και οι γωνίες συναρμογής τοιχίων – δαπέδων με ενίσχυση πλέγματος
•Εξομάλυνση του υποστρώματος με εφαρμογή ισχυρού τσιμεντοκονιάματος και ενίσχυση με υαλόπλεγμα οπλισμού. Σε περίπτωση εμφανούς σκυροδέματος δεν απαιτείται.
•Επιφανειακή στεγανοποίηση δεξαμενής με τσιμεντοειδές στεγανοποιητικό.
Η στεγανοποίηση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά την αφαίρεση των ξυλότυπων της δεξαμενής, ενώ η τελική στεγανοποιητική στρώση πρέπει να είναι συμβατή με το υλικό επένδυσης και να διαθέτει επαρκή ελαστικότητα, να έχει μεγάλη διάρκεια στο χρόνο και να παρουσιάζει ισχυρή ικανότητα πρόσφυσης με το υπόστρωμα, ώστε να αποφεύγονται προβλήματα λόγω συστοδιαστολών και αρνητικών πιέσεων.

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.