Η διάτρηση στο λευκό περίβλημα της κατοικίας στο Ισραήλ επιτρέπει την αναπαραγωγή του φωτός και της σκιάς, δημιουργώντας σε έναν ήρεμο κατά τα άλλα χώρο μια λυρική και αρμονική κίνηση, που φαινομενικά "χορεύει" και αποπνέει ζωή στους σιωπηρούς τοίχους. Ο αρχιτέκτονας έκανε περαιτέρω χρήση αυτού του σχεδίου, χρησιμεύοντας ως διαχωριστικό ανάμεσα στην είσοδο και στην κουζίνα.
Φωτογραφίες: Amit Geron

ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΕΡΓΑ

Στα τέλη του 20ου αιώνα ξεκίνησαν οι πρώτες προσπάθειες για τον περιορισμό της επίπτωσης των δραστηριοτήτων του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Το 1987 η Παγκόσμια Επιτροπή Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης (WECD) διατύπωσε τον ορισμό της αειφόρου ανάπτυξης ως την "ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες των τωρινών γενεών δίχως να θέτει σε κίνδυνο τις ανάγκες των μελλοντικών γενεών" (WCED 1987). Ένας από τους κύριους παράγοντες υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος είναι η υποβέλτιστη δομή και λειτουργία των κτιριακών εγκαταστάσεων.

Τα χαρακτηριστικά του υπάρχοντος χώρου -τα οριακώς επαρκή τετραγωνικά μέτρα, η σχεδόν τετράγωνη αναλογία του καθώς και το μεγάλο του ελεύθερο ύψος- επηρέασαν άμεσα τις αρχές σχεδιασμού. Η βασική σχεδιαστική χειρονομία εκφράζεται χωρικά μέσα από τον επιμερισμό του τετραγώνου σε δύο δυναμικά οξυγώνια τρίγωνα, τα οποία ανταποκρίνονται στο προγραμματικό σενάριο του χώρου. Το πρώτο τρίγωνο αφορά στους επισκέπτες και στις ροές κινήσεων εισόδου και εξόδου. Η υλοποίηση αυτού του τριγώνου στο χώρο πραγματοποιείται μέσω της δημιουργίας μιας εσωτερικής στοάς από μεταλλικές κοίλες διατομές 30 Χ 30 mm, που λειτουργούν ως φωτιστικές γραμμές. Το δεύτερο εσωτερικό τρίγωνο υλοποιείται μέσω της δημιουργίας μιας εσωτερικής όψης πάγκου - ραφιέρας, η οποία διαχωρίζει το χώρο εργασίας και παρασκευαστηρίου από τον ελεύθερο χώρο των επισκεπτών. Οι παραπάνω χειρονομίες δημιουργούν την οπτική "ψευδαίσθηση" ενός μεγαλύτερου χώρου σε σχέση με την πραγματικότητα Τα βασικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι ο σίδηρος σε λευκό χρωματισμό, το κόντρα πλακέ θαλάσσης σημύδα και η γκρι τεχνοτροπία ακανόνιστου σοβά, καθώς και ο τεχνητός φωτισμός, που στο συγκεκριμένο έργο αντιμετωπίστηκε ως το τέταρτο "υλικό" τονισμού των μεταλλικών σκελετών και έντασης της προοπτικής.
Η κίνηση του επισκέπτη καθοδηγείται από την υπό γωνία και παράλληλα στην κίνηση τοποθέτηση του πάγκου, καθώς και από τη γεωμετρία της εσωτερικής στοάς.
Ο πάγκος εργασίας καθώς και το επίμηκες ράφι άνωθεν αυτού διαμορφώνουν μια εσωτερική όψη, που ακολουθεί την πορεία κίνησης του επισκέπτη και διαμορφώνεται σε τρεις ζώνες καθ' ύψος. Το πρώτο τμήμα αναρτάται από την οροφή με στραντζαριστές διατομές Π 30 Χ 30 mm και εξυπηρετεί το λειτουργικό κομμάτι της αποθήκευσης του καφέ. Η δεύτερη ζώνη διαμορφώνεται ως κενό θέασης και εξυπηρέτησης και η τρίτη ζώνη αποτελείται από τον πάγκο εργασίας. Η πτυχοειδής λαμαρίνα - επένδυση του πάγκου τοποθετείται με τα νερά της κατακόρυφα και το ίδιο συμβαίνει με το σκελετό της ραφιέρας σε ανάρτηση.
Στο σκελετό της οροφής επιλέχθηκε η δομή του "ψαροκόκαλου", ραχοκοκαλιά του οποίου αποτελεί η κοινή πλευρά των δύο τριγώνων. Υλοποιείται από στραντζαριστές διατομές 30 Χ 30 mm σε ορθή γωνία μεταξύ τους. Η πλευρά άνωθεν του τριγώνου επισκεπτών λειτουργεί ως σκελετός για τον εγκιβωτισμό ταινίας led εντός θολού προφίλ αλουμινίου, ενώ φωτιστικές ράγες spot αναρτώνται εναλλάξ στα διάκενα του σκελετού παράλληλα ως προς αυτόν.
Ο διαχωρισμός των δύο τριγώνων σε κάτοψη αποτυπώνεται και σε διαφορετική επιλογή στο χρωματισμό της δαπεδόστρωσης με λευκό γρανιτοπλακάκι στο χώρο των επισκεπτών και μαύρο στο χώρο εργασίας και παρασκευής.
Ο φωτισμός εγκιβωτίζεται ως έμμεσος, ακολουθεί και αγκιστρώνεται ή αναρτάται παρακολουθώντας τη γεωμετρία του χώρου και των κατασκευών

 

 

Το ξενοδοχείο Sunrise Village Hotel βρίσκεται μέσα στον παραδοσιακό οικισμό της Σκοπέλου, με ανεμπόδιστη θέα προς τη θάλασσα, αφού εκτείνεται μπροστά στην παραλιακή ζώνη. Στο οικόπεδο προϋπήρχαν πέντε ανεξάρτητα κτίρια με την πισίνα να δεσπόζει στο κέντρο του συγκροτήματος.
Στόχος για την ανακατασκευή και επανασχεδίαση του εσωτερικού του ξενοδοχείου, ήταν αφενός να διατηρήσει το αποτύπωμα των υφιστάμενων κτιρίων στον περιβάλλοντα χώρο και στη μορφολογία των όψεων και αφετέρου να "χρωματίσει" δύο νέες σχεδιαστικές γραμμές, αυτή της κυριαρχίας του σκανδιναβικού λευκού και αυτή της επιρροής του "boho chic" στυλ.
Η αποκατάσταση αφορά σε πρώτη φάση τις τρεις από τις πέντε κτιριακές εγκαταστάσεις, οι οποίες αρθρώνονται βαθμιδωτά σε τρεις ορόφους. Εξωτερικά κλιμακοστάσια οδηγούν στις εισόδους των δωματίων. Οι ανανεωμένες προσόψεις με τις ξύλινες λευκές πέργκολες με καραβόπανο καδράρουν τη θέα προς την πισίνα και τη θάλασσα. Στα ανακατασκευασμένα κτίρια έμφαση δίνεται στην παράδοση μέσω των τοπικών υλικών και του λευκού χρώματος.
Το πρώτο κτίριο άλλαξε ριζικά όψη συνδυάζοντας στους ορόφους του στοιχεία σκανδιναβικού στυλ και σύγχρονης σχεδιαστικής αισθητικής. Οι λευκές αποχρώσεις επιφανειών σε συνδυασμό με το βινυλικό δάπεδο σε απόχρωση δρυς δημιουργούν το κατάλληλο υπόβαθρο για τα ειδικά κατασκευασμένα έπιπλα και τα φωτιστικά αναδεικνύοντάς τα ως πρωταγωνιστές του σκηνικού. Κεραμικά πλακίδια στο χώρο του λουτρού σε υφή πατητής τσιμεντοκονίας προσδίδουν μία νότα ζεστασιάς στο χώρο.
Στο ισόγειο του κτιρίου φιλοξενείται η αίθουσα πρωινού, που συνδυάζει φυσικά υλικά, μπαμπού ξύλο και υφές πατητής τσιμεντοκονίας σε γκρι και μπεζ αποχρώσεις.
Στο δεύτερο και τρίτο κτίριο έντονες είναι οι "bohemian" πινελιές. Οι υφές και οι γραμμές ειδικά κατασκευασμένα έπιπλα προσθέτουν εντάσεις, αντιθέσεις, ποιότητες με αναφορές στην τοπικότητα, αλλά και σε στοιχεία του σύγχρονου σχεδιασμού.
Ακανόνιστες και ανάγλυφες επιφάνειες φυσικής καστανιάς συνδυασμένες με ψάθα, καλαμωτή, φυσικά κλαδιά, τριχιές και βινυλικό δάπεδο δημιουργούν την αίσθηση της θαλπωρής και ηρεμίας.
Τα ιδιαίτερα φωτιστικά boho αισθητικής που επιλέχθηκαν συμβάλλουν στη δημιουργία μιας άκρως χαλαρωτικής για τον επισκέπτη ατμόσφαιρα, τονίζοντας την κομψότητα ενός interior design με έμφαση στις λεπτομέρειες. Η ανοιχτή ντουλάπα ακολουθώντας τη διαφάνεια και την χαλαρότητα του ελληνικού καλοκαιρού προσφέρει λειτουργικότητα και ιδιαίτερη αισθητική στο χώρο.
Τα λουτρά με τους ελεύθερους πάγκους νιπτήρα μέσα στα δωμάτια και τις καμπυλωτές επιφάνειες, επιχρισμένες με πατητή τσιμεντοκονία σε γκρι απόχρωση, επιτυγχάνουν το συνδυασμό απλότητας και ομοιομορφίας.

 

 

Οι στόχοι που τέθηκαν κατά το σχεδιασμό της κατοικίας F ήταν η λειτουργικότητα, η ροϊκότητα, η υγιεινή ατμόσφαιρα και η εσωστρέφεια που θα επιτρέπει στην οικογένεια των ιδιοκτητών να ζουν σε μια προστατευμένη μονοκατοικία με κήπο στο κέντρο της μεσσηνιακής κωμόπολης των Φιλιατρών.
Η κατοικία αποτελείται από την κύρια κατοικία δύο υπνοδωματίων στο ισόγειο και έναν αυτοτελή ξενώνα με καθιστικό στον όροφο. Λόγω της μικρής έκτασης του αστικού οικοπέδου, η κατοικία έχει σχεδιαστεί σε σχήμα Γ ώστε να αγκαλιάσει τον ακάλυπτο χώρο δημιουργώντας έτσι έναν κήπο ορατό και προσβάσιμο από όλους τους χώρους της κύριας κατοικίας. Δεδομένου ότι η περιοχή των Φιλιατρών απολαμβάνει καλοκαιρία τους περισσότερους μήνες, τα ανοίγματα προς τον κήπο έχουν πολύ μεγάλες διαστάσεις ώστε η κίνηση στους χώρους και τον κήπο να γίνεται ανεμπόδιστα. Αντίθετα η σχέση με το δρόμο είναι προστατευμένη.
Η αρχιτεκτονική του κτιρίου χαρακτηρίζεται από γεωμετρική απλότητα και αποτελείται από τρεις όγκους και μια κατασκευή προστεγάσματος που αγκαλιάζει τους υποκείμενους όγκους εντείνοντας της αίσθηση της εσωστρέφειας προς τον κήπο που πραγματοποιήθηκε και σε επίπεδο κάτοψης.
Όσον αφορά στην επιλογή των υλικών, χρησιμοποιήθηκε τοπική πέτρα, που συναντάται στην παραδοσιακή τοπική αρχιτεκτονική της περιοχής, σε συνδυασμό με διαπνέοντα ασβεστοκονιάματα και ξύλο που δρουν ευεργετικά στην υγιεινή ατμόσφαιρα των χώρων.
Έχουν εφαρμοστεί οι αρχές του βιοκλιματικού σχεδιασμού για την ελαχιστοποίηση των ενεργειακών αναγκών, όπως το ενεργειακό κέλυφος, ο σχεδιασμός μηδενικών θερμογεφυρών και ο αερισμός με ανάκτηση ενέργειας. Στην ίδια λογική επιλέχθηκαν συστήματα που εξασφαλίζουν θερμική άνεση με μικρό ενεργειακό αποτύπωμα.

 

Η ομάδα ECUAL ιδρύθηκε το 2016 στην Αθήνα ως ένα ανοιχτό και συλλογικό εργαστήρι αρχιτεκτονικής, τοπίου, αστικού σχεδιασμού και αστικής αναζωογόνησης. Τα αρχικά ECUAL σημαίνουν Ecological Collaborative Urban Architecture Lab.
H δομή της ομάδας είναι αρκετά ανοιχτή αφού τα μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους αλλά και με αρχιτέκτονες από άλλα γραφεία. Αυτό που ενώνει την ομάδα είναι ο κοινός τους στόχος να προσφέρουν πρωτοποριακές, οικολογικές, και οικονομικά προσιτές σχεδιαστικές λύσεις εξασφαλίζοντας την προσεγμένη υλοποίησή τους. Παράλληλα, τα μέλη της ομάδας συμμετέχουν σε διάφορα πρότζεκτ που άπτονται της μείωσης του οικολογικού αποτυπώματος στον ευρύτερο τομέα της κατασκευής.
Όλη η ομάδα και πολλά ακόμα μέλη δημιούργησαν από το 2020 το RECUAL, μια πρωτοβουλία που έχει ως στόχο την επανάχρηση και την ανακύκλωση (upcycling) οικοδομικών υλικών φινιρίσματος και την εισαγωγή οικολογικών τεχνικών και υλικών κατασκευής στο αστικό περιβάλλον. Το RECUAL είναι μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού συνεταιρισμού βιώσιμης ανάπτυξης που έχει ως στόχο την οικολογική αναγέννηση και την κυκλική οικονομία, το ΜΥΚΗΛΙΟ.
Tα μέλη της ομάδας:
Η Μαρία Πετεινάκη είναι αρχιτέκτων, απόφοιτη της Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ Αθηνών και δραστηριοποιείται επαγγελματικά από το 2004. Το ενδιαφέρον ήδη από τις σπουδές επικεντρωνόταν στην βιοκλιματική αρχιτεκτονική. Στο πλαίσιο αυτό, έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων που αφορούν την εξοικονόμηση ενέργειας; τον βιοκλιματικό σχεδιασμό κτιρίων, την περμακουλτούρα, την φυσική δόμηση, cob κ.λπ. Ενώ το 2021 ξεκίνησε μεταπτυχιακό για τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό πόλης και κτιρίων. Το 2006 συν-ίδρυσε το γραφείο αρχιτεκτονικής oddworks, το 2012 το ATAthens, μια συλλογικότητα που επικεντρώθηκε στη δημιουργία νέων αφηγήσεων για την Αθήνα και στην ενδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων, ενώ το 2016 συν-ίδρυσε το εργαστήριο ECUAL. Αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειάς της στα κοινά και στην πόλη, οργανώνοντας αστικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, δράσεις, συμμετοχικά εργαστήρια σχεδιασμού, επανενεργοποίηση γειτονιών, ερευνώντας παραλληλα oικολογικές πολιτικές προς την κοινωνική οικολογία και την αποανάπτυξη.
Η Άνκα Αρβανιτίδη σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο Αρχιτεκτονικής Τοπίου από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας. Aπό τα φοιτητικά ακόμα χρόνια μελετά τα φυτά, ως ζωντανό εικαστικό μέσο αφήγησης, και το ρόλο τους στη βιοκλιματική αρχιτεκτονική. Στην Ινδονησία παρακολούθησε ετήσιο κύκλο σπουδών πάνω στις ιδιότητες και εφαρμογές του μπαμπού, ενώ στο Νεπάλ μαθήτευσε σε πρότυπη φυτεία φυσικής καλλιέργειας. Επαγγελματικά έχει ασχοληθεί με μουσειογραφικές μελέτες, κτηριακά και κηποτεχνικά έργα τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς φορείς και από το 2016 είναι στο ECUAL. Το 2020, μαζί με Σ.Ντόνα και Γ.Κουφάκη, διακρίθηκε με πρώτο βραβείο στο διεθνή διαγωνισμό διαμόρφωσης τοπιου μπροστά στο κεντρικό νοσοκομείο του Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας (Christian Doppler Klink). Το πάθος της είναι η εθνοβοτανική και τα ζώα ενώ οραματίζεται μια κοινωνία λιγότερο ανθρωποκεντρική αλλά περισσότερο ανθρώπινη. Είναι μέλος της πρωτοβουλίας RECUAL.
Η Ειρήνη Χριστοφάκη σπούδασε αρχιτέκτων μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και αποφοίτησε το 2004. Έχει μια μακρά εμπειρία σε αρχιτεκτονικά γραφεία ενώ από το 2006 εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας κυρίως σε ιδιωτικά κτιριακά έργα και ανακαινίσεις. Το ενδιαφέρον της για την οικολογία και τη βιοκλιματική αρχιτεκτονική την οδήγησε στη παρακολούθηση διαφόρων σεμιναρίων και μαθημάτων όπως το εναλλακτικό σχολείο βιολογικής γεωργίας, σεμινάρια φυσικής δόμησης (cob) κλπ. Επιπλέον έχει εργαστεί για 3 χρόνια στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα σε συνεργασία με το Γαλλικό και το Ελβετικό τμήμα, στον τεχνικό τομέα ως τεχνικός συντονιστής αλλά και ως υπεύθυνη στο κατασκευαστικό τμήμα. Ασχολείται επιπλέον με τη μουσική, την τέχνη, ενώ το ενδιαφέρον της για τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής και δράσης την ώθησε στην συμμετοχή της σε σεμινάρια και σε ποικίλες δημιουργίες με υφάσματα και νήματα μέσω της χρήσης παραδοσιακού αργαλειού, ραπτομηχανής, κλπ. Είναι μέλος της ομάδας ECUAL από το 2018
H Μαρβίνα Σινιάρη δουλεύει ως αρχιτέκτονας στην Αθήνα με την ομάδα ECUAL από το 2019, ενώ παράλληλα σπουδάζει στο Centre for Alternative Technology στην Ουαλία, στο πρόγραμμα March Sustainable Architecture. Έχει εργαστεί ως γραφίστρια, έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις σύγχρονης τέχνης και συνεργαστεί με φορείς, όπως τον οργανισμό Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ και την Documenta14. Επιπλέον, έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ Δημόσιας Τέχνης και Αρχιτεκτονικής όπως το Open House Athens, από βοηθός στην παραγωγή έργων μέχρι και συντονίστρια ομάδας, αλλά και σε εργαστήρια αρχιτεκτονικής που εστιάζουν στην φυσική δόμηση, την αποκατάσταση και το περιβάλλον σε Ελλάδα και Ευρώπη. Το 2019 συμμετείχε στο προγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών στον φεστιβάλ Ξαρκής, στην Κύπρο. Το 2018 δούλευε στην Πορτογαλία, στο Montemor-o-Novo, στο Oficinas do Convento, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που προωθεί τις τέχνες και την πολιτιστική δραστηριότητα σε μη αστικό περιβάλλον, όπου ήταν βοηθός παραγωγής καλλιτεχνικών και αρχιτεκτονικών δράσεων, όπως εργαστήρια φυσικής δόμησης, ξυλουργίας, κεραμικής, μεταξοτυπίας κ.α.
Ο Μύρωνας Κόρσαβας είναι απόφοιτος της αρχιτεκτονικής σχολής του ΕΜΠ, με ενδιαφέροντα γύρω από την οικολογία και τις περιβαλλοντικές, πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις της αρχιτεκτονικής. Έχει ασχοληθεί στα πλαίσια της διπλωματικής του, με τη βιομηχανία των αστικών απορριμμάτων στην Αττική. Ο σχεδιασμός αφορούσε μια πιλοτική δημοτική εγκατάσταση διαχείρισης και επαναξιοποίησης απορριμμάτων στο δήμο Γαλατσίου, και διερευνούσε τις δυνατότητες πολιτικής οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης του συστήματος διαχείρισης μέσα από μια αρχιτεκτονική πρόταση. Επιπλέον στην ερευνητική του εργασία ασχολήθηκε με την συσχέτιση της αποανάπτυξης με την αρχιτεκτονική και το αστικό περιβάλλον. Το 2019 έκανε πρακτική άσκηση στο γραφείο Β612 Associates στο Βέλγιο και έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια φυσικής καλλιέργειας και φυσικής δόμησης. Από το 2020 ειναι συν-ιδρυτικό μέλος της πρωτοβουλίας RECUAL καθώς και του συνεταιρισμού ΜΥΚΗΛΙΟ, ενώ απο το 2021 εντάχθηκε στην αρχιτεκτονική ομάδα του ECUAL. 

Βασικό στοιχείο του σχεδιασμού της κατοικίας αποτέλεσε η δίριχτη στέγη, η οποία καθόρισε τη μορφή και την εσωτερική διαρρύθμιση του κτιρίου. Η κατασκευή αποτελείται από μεταλλικό σκελετό. Το περίβλημα εξωτερικά από το σύστημα εξωτερικής θερμομονωτικής προστασίας περιλαμβάνει ολόκληρη την οροφή και απλοποιεί τη γενική εμφάνιση. Η οροφή προεκτείνεται κατά μήκος του κτιρίου, πέρα από το σαλόνι για να καλύψει τη βεράντα, καθιστώντας το λειτουργικό μέρος της κατοικίας ως επέκταση του σαλονιού και της κουζίνας. Η οροφή είναι επενδυμένη με ξύλο ιρόκο σε σανίδια. Η μεταλλική κατασκευή και η επένδυση ολόκληρης της κατοικίας με σύστημα θερμομόνωσης εξωτερικά, σε συνδυασμό με τα παράθυρα αλουμινίου με θερμοδιακοπή, παρέχουν ένα εξωτερικό κέλυφος με αποτελεσματική θερμομόνωση και μια κατοικία με υψηλή ενεργειακή απόδοση.

Αρχιτεκτονική μελέτη: Vardastudio

© Creative Photo Room (Μαρία Ευθυμίου)

 © Creative Photo Room (Μαρία Ευθυμίου)

Το "Demeter Cave House" είναι ένα σπηλαιώδες καταφύγιο, που προσφέρει άνεση, ιδιωτικότητα, χαλάρωση και υπέροχη θέα στον οικισμό του Πύργου της Σαντορίνης. Η αποκατάσταση ενός ερειπωμένου παραδοσιακού κτίσματος και η επανάχρησή του ως boutique κατοικία ενοικίασης είχαν ως σχεδιαστικό άξονα τις αξίες της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής με ένα άγγιγμα πολυτέλειας.
Η κάτοψη αναπτύσσεται γραμμικά, ακολουθώντας τα όρια του υπάρχοντος υπόσκαφου κτίσματος. Έτσι δημιουργείται μία νοητή διαδρομή, που ξεκινά από το φωτεινό, ανοιχτό υπαίθριο χώρο και καταλήγει στο μυστηριώδες, κλειστό, υπόσκαφο κτίσμα. Κατά την είσοδό του, ο επισκέπτης συναντά την ιδιωτική αυλή με jacuzzi, ενώ μπορεί να δει και τη μοναδική όψη του κτιρίου, στην οποία διατηρήθηκαν τα αρχικά της ανοίγματα. Ο ενιαίος, θολωτός εσωτερικός χώρος οργανώνεται με το χώρο της κουζίνας και το καθιστικό, ενώ στο βάθος διαμορφώνεται το υπνοδωμάτιο και το μπάνιο. Το καθιστικό και το υπνοδωμάτιο διαχωρίζονται από έναν τοίχο με ανοίγματα, τα οποία επιτρέπουν την είσοδο του φυσικού φωτός, ακόμα και στα πιο σκοτεινά σημεία.
Παρά τη στενότητα του κτίσματος, τα ανοίγματα -σε συνδυασμό με το λευκό χρώμα των τοίχων, το ανοιχτό γκρι χρώμα της πατητής τσιμεντοκονίας και τα ξύλινα έπιπλα και κουφώματα- συμβάλλουν στην απόδοση φωτεινών, κομψών και ευχάριστων χώρων. Συγχρόνως, η boutique κατοικία συμπληρώνεται από έναν πρόσθετο υπαίθριο χώρο χαλάρωσης στην οροφή του κτίσματος, όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του ιδιαίτερου φυσικού κυκλαδίτικου τοπίου, αλλά και το ηλιοβασίλεμα.

 

Το σύγχρονο τουριστικό κατάλυμα Cheetah Plains βρίσκεται στο Εθνικό Πάρκο Kruger στη Νότια Αφρική, ένα από τα πιο δημοφιλή πάρκα της αφρικανικής ηπείρου, λόγω της μεγάλης του βιοποικιλότητας. Το πολυτελές συγκρότημα, που αποτελεί προορισμό για τους λάτρεις του σαφάρι, σχεδιάστηκε από το αρχιτεκτονικό γραφείο ARRCC, με στόχο την ενσωμάτωσή του στο φυσικό του περιβάλλον.
Ο σχεδιασμός του συνδυάζει τη βιώσιμη αρχιτεκτονική και τη σύγχρονη μινιμαλιστική αισθητική, μέσω μιας πρωτοπόρας προσέγγισης της αφρικάνικης παράδοσης. Οι λιτές, γραμμικές φόρμες έρχονται σε αντιπαράθεση με το φυσικό τοπίο, δημιουργώντας εικόνες αντιπαραθέσεων, που προκύπτουν από τη δημιουργική σύζευξη φαινομενικά αντίθετων δυνάμεων. Παράλληλα, τα απρόσκοπτα όρια, μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, ωθούν στην αλληλεπίδραση του επισκέπτη με το περιβάλλον και όχι στην απλή θέαση του.
Το κατάλυμα αποτελείται από τρείς αυτόνομες, ιδιωτικές μονάδες, που μπορούν να φιλοξενήσουν έκαστη από 4 έως 8 άτομα. Κάθε αυτόνομη κατοικία διαθέτει έναν εκτεταμένο χώρο ανοικτής διάταξης με καθιστικό, τραπεζαρία, χώρο μπαρ και κλιματιζόμενο χώρο φύλαξης κρασιών, καθώς και ένα δεύτερο καθιστικό πολυμέσων, αλλά και διάφορους βοηθητικούς χώρους, όπως το λουτρό και μια πλήρως εξοπλισμένη επαγγελματική κουζίνα με προσωπικό σεφ. Τους εσωτερικούς χώρους συμπληρώνει μια μεγάλη ιδιωτική αυλή με ενδημικά φυτά, θερμαινόμενη πισίνα και υπαίθριους χώρους καθιστικού και εστίασης.
Περιμετρικά των κοινόχρηστων χώρων διατάσσονται σε ελεύθερη μορφή, τέσσερις ανεξάρτητες σουίτες υπνοδωματίων. Η ελεύθερη χωροθέτηση επιλέχθηκε, ώστε να διατηρηθούν τα υφιστάμενα δέντρα και να ενσωματωθούν καλύτερα οι μονάδες στο φυσικό τοπίο. Οι σουίτες είναι εξοπλισμένες με υπνοδωμάτιο, καθιστικό, δωμάτιο γκαρνταρόμπα, ιδιωτική βεράντα και λουτρό, που συνδέονται άμεσα με τον εξωτερικό χώρο.
Όσον αφορά στα υλικά, στους εξωτερικούς χώρους, η σκληρή υφή του σκυροδέματος συνδυάζεται αρμονικά με ακατέργαστα υλικά, όπως χάλυβα, με φυσική σκουριά, και ξύλο, τα οποία προσθέτουν μια γήινη αίσθηση ζεστασιάς. Η επιλογή υλικών που υφίστανται φυσική φθορά με το πέρασμα του χρόνου χαρίζει μια αίσθηση μετασχηματισμού και ανάπτυξης, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ένταξη στο τοπίο. Στο εσωτερικό, τα σκληρά, δύσκαμπτα υλικά, όπως η πέτρα, το σκυρόδεμα και το γυαλί εναλλάσσονται με απαλές υφές και οργανικές φόρμες, χαρίζοντας μια εκλεπτυσμένη πολυτέλεια. Η χρήση φυσικών υλικών από την περιοχή και χειροποίητων επίπλων, τα οποία κατασκευάστηκαν σε συνεργασία με ντόπιους τεχνίτες εισάγει την παράδοση και ενισχύει την αρχιτεκτονική ταυτότητα του χώρου.

 

 

Το κέντρο SEPAQ (Société des Etablissements de Plein Air du Québec), τοποθετείται στο Εθνικό Πάρκο Iles de Boucherville, το οποίο απέχει λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο του Μόντρεαλ. Το κτίριο λειτουργεί ως χώρος υποδοχής του πάρκου και ταυτόχρονα ως κέντρο πληροφοριών για το δίκτυο εθνικών πάρκων του Κεμπέκ.
Είναι κατασκευασμένο εξ’ ολοκλήρου από ξυλεία της περιοχής, η οποία είναι επεξεργασμένη με μεγάλη λεπτομέρεια στην τελική επιφάνειά της, γεγονός που πιστοποιεί την άριστη ειδίκευση του υπεύθυνου μελετητικού γραφείου στις ξύλινες κατασκευές. Το έργο αναπτύσσεται σε δύο διαφορετικά κτίρια, τα οποία διαχωρίζονται από το κεντρικό μονοπάτι που εισέρχεται στο πάρκο και οδηγεί στις όχθες του ποταμού. Έτσι λοιπόν ο κεντρικός άξονας αποτελεί ένα δημόσιο χώρο κοινωνικοποίησης και διάφορων δραστηριοτήτων, ο οποίος οριοθετείται από τους κτιριακούς όγκους.
Η αρχιτεκτονική του κτιρίου σέβεται το φυσικό περιβάλλον του πάρκου και προσαρμόζεται πλήρως σε αυτό. Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός έχει προκύψει από τη συνεργασία αρχιτεκτόνων, μηχανικών άλλων ειδικοτήτων και της επιστημονικής ομάδας του SEPAQ. Έχει επιτευχθεί υψηλή ενεργειακή απόδοση, λαμβάνοντας σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων τις Canadian Green Building Awards 2018, Canadian Wood Council's Wood Design & Building Award 2018 και Τhe American Architecture Prize 2017. Μέσα από μια σειρά διαφορετικών τεχνικών μειώθηκε η ενεργειακή κατανάλωση κατά 40%. Ως προς τα υλικά χρησιμοποιήθηκε ξύλο πιστοποιημένο από την "Αειφορική Δασική Διαχείριση" (FSC), τριπλά υαλοστάσια και λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας φωτοδιόδων (LED). Επίσης έχει τοποθετηθεί λευκή μεμβράνη στο δώμα που αντανακλά την ηλιακή ακτινοβολία για την αποφυγή σχηματισμού αστικής θερμικής νησίδας, ενδοδαπέδια θέρμανση και ανοίγματα, τα οποία αξιοποιούν το φαινόμενο του φυσικού ελκυσμού, επιτυγχάνοντας κατακόρυφο εξαερισμό αλλά και φωτισμό.
Βασική αρχή του σχεδιασμού αποτέλεσε η ανάπτυξη του κτιρίου στα κενά της υπάρχουσας φύτευσης, με σκοπό την αποφυγή κοπής δέντρων. Διαμορφώθηκε μια οργανική δομή, περιμετρικά της οποίας σχεδιάστηκε ένας περίπατος για τους επισκέπτες με ασαφή όρια μεταξύ δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος. Οι καμπύλες ξύλινες επενδύσεις των όψεων ενισχύουν την οργανική μορφή της δομής και φιλτράρουν το φως που εισέρχεται στους εσωτερικούς χώρους, μέσω των κενών στις επιφάνειές τους. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται μεταβαλλόμενα περίτεχνα μοτίβα φωτός - σκιάς, τα οποία παρομοιάζονται με τις σκιές που δημιουργούν οι φυλλωσιές των δέντρων. Εσωτερικά μια λευκή εσοχή, που μοιάζει σαν κανάλι, εισχωρεί ανάμεσα στην ξύλινη οροφή, ενώ ένας φεγγίτης επιτρέπει το φυσικό φωτισμό και εξαερισμό. Μεγάλα πλευρικά υαλοστάσια προσφέρουν διάφορες οπτικές απόψεις του πάρκου και παράλληλα λειτουργούν ως καθρέφτης αυτού, αφού τα στοιχεία της περιβάλλουσας φύσης αντανακλούνται στις εξωτερικές λείες επιφάνειές τους.

 

 

Ο παρών ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies ώστε να βελτιώσει την εμπειρία περιήγησης.